Άρθρο

Ορολογία

Πατήστε πάνω στα γράμματα για να περιηγηθείτε στην Ορολογία .

Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω

 

**Η παρούσα ενότητα είναι υπό κατασκευή.

Ενδεικτικά, παρατίθεται ορολογία η οποία έχει αντληθεί από θεσμικά κείμενα, επίσημες θεσμικές ιστοσελίδες και έχει διαμορφωθεί με τη συνεργασία του Ινστιτούτου Υγείας του Παιδιού (Ι.Υ.Π.), μέσω των ακόλουθων εργαλείων:

  • Εγχειρίδιο το οποίο αποτελεί μέρος της Εργαλειοθήκης CAN-MDS που δημιουργήθηκε στο πλαίσιο του Προγράμματος DAPHNE III της ΕΕ “Coordinated Response to Child Abuse & Neglect (CAN) via Minimum Data Set (MDS)”http://can-via-mds.eu/content/ws3-creating-synergies

Συντονιστικός Φορέας:

Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού, Διεύθυνση Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Πρόνοιας –

ΕΛΛΑΔΑ

Γιώργος Νικολαΐδης, Επιστημονικός Υπεύθυνος του Προγράμματος

Αθανάσιος Ντιναπόγιας, Συντονιστής του Προγράμματος, Εθνικός Συντονιστής και Βασικός

Ερευνητής

Αντωνία Τσιριγώτη, Ερευνήτρια

  • Όπου η ορολογία δεν έχει αντληθεί από το Εγχειρίδιο CAN-MDS παρατίθεται η σχετική βιβλιογραφική πηγή

 

Α

αδιαφορία [ignoring]: το παιδί αγνοείται σκόπιμα από τον/την φροντιστή/-τρια, ο/η οποίος/-α μπορεί να μην δίνει την προσοχή του στο παιδί ή μπορεί να μην το αποκαλεί με το όνομά του˙ παράδειγμα: ο/η φροντιστής/-τρια αγνοεί την προσπάθεια του παιδιού να αλληλεπιδράσει ≠ σκόπιμη αδιαφορία: γονική στρατηγική που προτείνεται από ορισμένους/-ες επαγγελματίες στο/στα πρόσωπο/-α φροντίδας του παιδιού ως το αντίθετο της προσοχής˙ αποσπώντας την προσοχή από το παιδί σκόπιμα και με τη χρήση της αδιαφορίας σε συνδυασμό με την επιβράβευση και την εστίαση της προσοχής σε άλλη επιθυμητή συμπεριφορά ο/η φροντιστής/-τρια αλλάζει την ανεπιθύμητη συμπεριφορά του παιδιού

 

άδεια ασκήσεως επαγγέλματος/ επαγγελματικό πιστοποιητικό [professional licence/ certification]: επίσημος χαρακτηρισμός που αποδίδεται σε κάποιο άτομο προκειμένου να επικυρώσει την επαγγελματική του επάρκεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του

 

άλλο μη συγγενικό άτομο που ζει στο οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού [other not-related household member]: το άτομο που δεν έχει καμία συγγένεια ούτε εξ αίματος ούτε εξ αγχιστείας με το παιδί (φερόμενο ως) θύμα, δεν είναι φίλος/-η της οικογένειας του παιδιού αλλά ούτε και φίλος/-η του ίδιου του παιδιού (για παράδειγμα το παιδί του/της συντρόφου του γονιού του)

 

άλλος/-η/-οι συγγενής/-ής/-είς [other relative(s)]: τα ενήλικα και ανήλικα άτομα που σχετίζονται με το παιδί (φερόμενο ως θύμα) σε επίπεδο συγγένειας (εξ αίματος και εξ αγχιστείας), όπως θείοι/-ες, ετεροθαλή αδέρφια, ξαδέρφια, ανίψια, προ-παππούδες, προ-γιαγιάδες

 

άλλες ειδικές διαταραχές σίτισης/πρόσληψης τροφής [other specified feeding or eating disorders]: όπως μη τυπική νευρική (νευρογενής/ψυχογενής) ανορεξία, η οποία πληροί όλα τα κριτήρια της νευρικής (νευρογενούς/ψυχογενούς) ανορεξία εκτός του ότι παρά τη σημαντική απώλεια βάρους, το βάρος του ατόμου παραμένει εντός των φυσιολογικών ορίων˙ μη τυπική νευρική (νευρογενής/ψυχογενής) βουλιμία, η οποία πληροί τα κριτήρια της τυπική ψυχογενούς βουλιμίας, με εξαίρεση τα επεισόδια υπερφαγίας τα οποία εμφανίζονται λιγότερο συχνά ή με μικρότερη διάρκεια˙ η τακτική υιοθέτηση απρόσφορης αντισταθμιστικής συμπεριφοράς από ένα άτομο φυσιολογικού βάρους σώματος μετά από κατανάλωση μικρών ποσοτήτων τροφής (πχ. αυτο-προκαλούμενος έμετος μετά από κατανάλωση δυο γλυκών, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών, ή κλύσματα) για τον έλεγχο του βάρους ή της σιλουέτας απουσία επεισοδίων υπερφαγίας˙ και σύνδρομο νυκτερινής υπερφαγίας που χαρακτηρίζεται από επεισόδια υπερφαγίας κατά τις βραδινές ώρες ή/και συχνή νυκτερινή αφύπνιση και κατανάλωση τροφής

 

άλλη κατάχρηση ουσιών από το παιδί [other substance misuse by the child]: για την ενημέρωση του/της χρήση/-τριας του συστήματος CAN-MDS οι ουσίες που το παιδί ενδέχεται να κάνει (κατα)χρήση περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται αποκλειστικά στις εξής: > εισπνεόμενες (προϊόντα που μπορεί να χρησιμοποιήσει κανείς στο σπίτι ή στην εργασία του/της - όπως σπρέι βαφής, μαρκαδόροι, κόλλες και καθαριστικά υγρά- που περιλαμβάνουν πτητικές ουσίες και έχουν ψυχοτρόπο δράση (αλλοιώνουν τη συνείδηση) όταν εισπνέονται. Η κατάχρησή τους γίνεται, κυρίως, (αλλά όχι αποκλειστικά) από μικρά παιδιά και εφήβους, και αποτελούν τη μοναδική κατηγορία ουσιών που χρησιμοποιούνται περισσότερο από εφήβους μικρότερης ηλικίας, σε σχέση με μεγαλύτερους εφήβου, > ψευδαισθησιογόνα (club drugs): μία φαρμακολογικά ετερογενής ομάδα ψυχοτρόπων ουσιών που περιλαμβάνει (όχι αποκλειστικά), το γ-υδροξυβουτυρικό οξύ, το rohypnol, την κεταμίνη, καθώς επίσης το MDMA (έκσταση) και την μεθαμφεταμίνη, και η κατάχρησή τους γίνεται κυρίως από εφήβους και νεαρούς ενήλικες, > αμφεταμινοειδή (bath salts): μία ομάδα ναρκωτικών που περιλαμβάνει μία ή περισσότερες χημικές ουσίες που συνδέονται με την καθινόνη (cathinone), ένα διεγερτικό παρόμοιο με την αμφεταμίνη, > ψευδαισθησιογόνα: οι ψευδαισθησιογόνες ουσίες ταξινομούνται ως αλκαλοειδή και πολλές από αυτές έχουν παρόμοια χημική δομή με φυσικούς νευροδιαβιβαστές (όπως για παράδειγμα η ακετυλοχολίνη, η σεροτονίνη, και η κατεχολαμίνη). Ψευδαισθησιογoνες ενώσεις σε κάποια φυτά και μανιτάρια ή τα εκχυλίσματά τους έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν κυρίως κατά τη διάρκεια θρησκευτικών τελετών, > K2/spice: η λέξη "spice" αφορά σε μια ευρεία γκάμα φυτικών μειγμάτων με ψυχοτρόπο δράση (αλλοίωση της συνείδησης) παρόμοια με αυτή της μαριχουάνας (κάνναβης) που διατίθενται στην αγορά με διάφορα ονόματα, όπως K2, ψεύτικο χόρτο (fake weed), Yucatan Fire, Skunk, Moon Rocks, και άλλα, με την ένδειξη "ακατάλληλο για κατανάλωση από τον άνθρωπο", > salvia: βότανο που χρησιμοποιείται για τη βίωση ψευδαισθησιογόνων εμπειριών, > στεροειδή: αναβολικά ανδρογόνα στεροειδή, συνθετικές παραλλαγές της ανδρικής σεξουαλικής ορμόνης, της τεστοστερόνης - όπου «αναβολικά», αναφέρεται στην ανάπτυξη της μυϊκής μάζας και «ανδρογόνα» αναφέρεται στα αυξημένα ανδρικά σεξουαλικά χαρακτηριστικά, > καπνός/νικοτίνη: τσιγάρα και άλλες μορφές καπνού, όπως είναι τα πούρα, ο καπνός της πίπας, ο εισπνεόμενος καπνός (snuff) και ο καπνός μάσησης, > μαριχουάνα [: πρόκειται για μια ψυχοτρόπο (ψυχοδραστική) χημική ουσία (κυρίως λόγω της δέλτα-9-τετραϋδροκανναβινόλη-THC) που προέρχεται από την κάνναβη sativa, ένα φυτό κάνναβης˙ σε μια πιο συμπυκνωμένη μορφή ονομάζεται χασίς, και ως ένα κολλώδες μαύρο υγρό, έλαιο (hash)], > συνθετικά κανναβινοειδή [: «συνθετική μαριχουάνα» ή «συνθετική ποτ» είναι παρόμοια σε μοριακό επίπεδο στη μαριχουάνα, αλλά μπορεί να οδηγήσει σε πολύ σοβαρές συνέπειες για την υγεία συμπεριλαμβανομένων των υπερβολικών δόσεων, της επιθετικής ή αυτοκτονικής συμπεριφοράς του χρήστη/-τριας]˙ > MDMA [: ένα συνθετικό, ψυχοτρόπο φάρμακο που είναι γνωστό ως έκσταση ή Molly που έχει ομοιότητες τόσο με την αμφεταμίνη διεγερτικό και την μεσκαλίνη παραισθησιογόνο˙ MDMA (3,4-μεθυλενοδιοξυμεθαμφεταμίνη) παράγει (συν)αισθήματα αυξημένης ενέργειας, ευφορίας, συναισθηματικής ζεστασιάς και συμπάθειας προς τους άλλους, καθώς και στρεβλώσεις στην αισθητηριακή αντίληψη και την αίσθηση του χρόνου/ώρα]˙ > μεθαμφεταμίνη [: ένα διεγερτικό ναρκωτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος, με δομή παρόμοια με την αμφεταμίνη]˙ > συνταγογραφούμενα φάρμακα και φάρμακα για το κρυολόγημα [: Ορισμένα φάρμακα έχουν ψυχοδραστικές (ψυχοτρόπες) ιδιότητες και, για το λόγο αυτό μπορεί να λαμβάνονται καταχρηστικά-δηλαδή, για λόγους ή με τρόπους ή σε δόσεις που δεν ακολουθούν την ιατρική συνταγογράφηση ή μπορεί να λαμβάνονται από κάποιο άλλο άτομο από αυτό για το οποίο έχουν συνταγογραφηθεί. Στην πραγματικότητα, τα συνταγογραφούμενα και τα φάρμακα που διατίθενται ελεύθερα χωρίς συνταγή είναι, μετά τη μαριχουάνα (και το αλκοόλ), οι πιο συχνές ουσίες στις οποίες γίνεται κατάχρηση]˙ > συχνές ουσίες με συνταγογράφηση που συνδέονται με κατάχρηση [: περιλαμβάνουν οπιοειδή (: συνθετικό οπιούχο αναλγητικό παρόμοιο με, αλλά πιο ισχυρό από τη μορφίνη και περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται αποκλειστικά σε, φεντανύλη, υδροκωδόνη, οξυκωδόνη, οξυμορφόνη, προποξυφαίνη, υδρομορφόνης, μεπεριδίνη, διφαινοξυλάτη)˙ > κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) (: χρησιμοποιούνται για το άγχος και τις διαταραχές του ύπνου και περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε, πεντοβαρβιτάλη νάτριο, διαζεπάμη, αλπραζολάμη), και διεγερτικά (: χρησιμοποιούνται για τη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας και ναρκοληψία και περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε δεξτροαμφεταμίνη, μεθυλφαινιδάτη, αμφεταμίνες)]˙ > κοκαΐνη [: είναι ένα πολύ ισχυρά εθιστικό διεγερτικό φάρμακο που παράγει βραχυπρόθεσμη ευφορία, ενέργεια, και πολυλογία εκτός από δυνητικά επικίνδυνες σωματικές επιπτώσεις όπως αύξηση του καρδιακού ρυθμού και της αρτηριακής πίεσης]˙ > ηρωίνη [: ένα οπιοειδές φάρμακο που συντίθεται από μορφίνη, συνήθως εμφανίζεται ως μία λευκή ή καφέ σκόνη ή ως μια μαύρη κολλώδης ουσία]

 

άμεση παρέμβαση [immediate intervention]: παρέμβαση(-εις) που ενεργοποιούνται αμέσως μετά τον εντοπισμό ενός συγκεκριμένου περιστατικού κακομεταχείρισης του παιδιού στον φορέα που εργάζεται ο/η χρήστης/-τρια του CAN-MDS που κάνει την καταγραφή˙ περιλαμβάνει ιατρική εξέταση του παιδιού, ψυχιατρική εξέταση του παιδιού, ιατροδικαστική αξιολόγηση, αξιολόγηση συνθηκών διαβίωσης από υπηρεσίες παιδικής προστασίας/κοινωνικής πρόνοιας, παρέμβαση αστυνομίας

 

άμεσες ενέργειες προστασίας του παιδιού από τις υπηρεσίες παιδικής προστασίας ή κοινωνικής πρόνοιας [child protection or social welfare services emergency protection procedures]: απομάκρυνση του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος από την οικογένεια˙ ενέργειες για την επείγουσα παροχή ασύλου ή κατάλληλων υπηρεσιών επανένταξης, συμπεριλαμβανομένων και των υπηρεσιών πρόληψης –εφόσον κριθούν αναγκαίες- για το παιδί (φερόμενο ως) θύμα

 

αναπηρία [disability]: όρος ομπρέλα που αναφέρεται στη σωματική βλάβη [: πρόβλημα στη λειτουργία ή στη δομή του σώματος] και στον περιορισμό των δραστηριοτήτων [: δυσκολία που βιώνει ένα άτομο στην εκτέλεση ενός έργου ή μιας δράσης], και τον περιορισμό στη συμμετοχή [: πρόβλημα που βιώνει ένα άτομο αναφορικά με την εμπλοκή του σε διάφορες καταστάσεις της ζωής]˙ στις μορφές αναπηρίας περιλαμβάνονται η κινητική/σωματική αναπηρία˙ η αναπηρία στην όραση˙ η αναπηρία στην επικοινωνία, όπως η βαρηκοΐα/κώφωση˙ η αποκτηθείσα εγκεφαλική βλάβη˙ οι εξελικτικές διαταραχές μάθησης˙ οι ψυχικές αναπηρίες και άλλες) ˙ δεν πρόκειται απλώς για ένα πρόβλημα υγείας, αλλά για ένα σύνθετο φαινόμενο, που αναδεικνύει την αλληλεπίδραση μεταξύ των ατομικών σωματικών χαρακτηριστικών και των χαρακτηριστικών της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει το άτομο

 

αναδοχή [foster care]: η διαδικασία ανάληψης των νομικών ευθυνών ως κηδεμόνας ενός παιδιού στη θέση των βιολογικών του γονέων για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μέσω μιας επίσημης διαδικασίας που ορίζεται με ειδικές διατάξεις.

Από τις ισχύουσες, για την αναδοχή διατάξεις , και κυρίως από τη διάταξη του νέου άρθρου 1655 Α.Κ, προκύπτει ότι ως αναδοχή ανηλίκου μπορεί να χαρακτηριστεί η ανάληψη της πραγματικής φροντίδας του προσώπου του παιδιού από τρίτους- είτε μετά από συμφωνία με τους φυσικούς γονείς ή τον επίτροπο είτε μετά από δικαστική απόφαση- η οποία δε μεταβάλλει τις έννομες σχέσεις μεταξύ του ανηλίκου και της φυσικής του οικογένειας ή του επιτρόπου 297. Στους τρίτους, όμως, μπορεί να ανατεθεί όχι μόνο η πραγματική φροντίδα του ανηλίκου , αλλά και η ευρύτερη επιμέλεια298 του προσώπου του στο σύνολό της ή εν μέρει. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για αναδοχή εν στενή εννοία και στη δεύτερη για αναδοχή εν ευρεία εννοία (Α.Κ.)

 

ανάδοχη οικογένεια [foster family]: η οικογένεια που ζει το παιδί για ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μαζί με ενήλικες με τους οποίους δεν έχει πρώτου βαθμού συγγένεια εξ αίματος ή άλλου τύπου συγγένεια ή σχέση και η οποία με επίσημο τρόπο αναλαμβάνει και συντηρεί την φροντίδα ενός ή περισσότερων παιδιών, για λόγους οικονομικούς ή άλλους, συμπεριλαμβανομένης της παροχής σταθερής και μόνιμης δωρεάν φροντίδας χωρίς να γίνουν νόμιμοι γονείς του παιδιού. Το παιδί σε αυτή την περίπτωση καταγράφεται ως παιδί που ζει σε ανάδοχη οικογένεια

 

ανάδοχος γονέας [foster parent]: το πρόσωπο που ενεργεί ως κηδεμόνας για ένα παιδί στη θέση των βιολογικών του γονέων, αλλά χωρίς να έχει υιοθετήσει νομικά το παιδί˙ πρόκειται για την περίπτωση της ανάδοχης φροντίδας

 

ανώνυμη πηγή πληροφοριών [anonymous source of information]: χωρίς να δίνεται κανένα όνομα

αξιολόγηση από υπηρεσίες παιδικής προστασίας/κοινωνικής πρόνοιας [assessment by child protection /social welfare services]: διενέργεια αρχικής αξιολόγησης του βαθμού επικινδυνότητας για το παιδί (φερόμενο ως) θύμα, την ασφάλεια του στο σπίτι και το βαθμό της λειτουργικότητας και των συνθηκών ζωής της οικογένειας

απαγωγή (του παιδιού) από τρίτους (όχι από μέλος/-η της οικογένειας) [non-family abduction]: απαγωγή που παιδιού από κάποιο άγνωστο άτομο προς το παιδί˙ τα κίνητρα μιας απαγωγής ή αρπαγής από κάποιο άγνωστο άτομο μπορεί να ποικίλλουν: κακοποίηση, βασανισμός, δολοφονία, εκβιασμός, λύτρα˙ άλλος λόγος μπορεί να είναι να μεγαλώσει το παιδί ο/η ίδιος/-α σαν δικό του/της, ωστόσο απαγωγές με αυτό το κίνητρο είναι πολύ σπάνιες. Σημείωση: Σύμφωνα με τον Ποινικό Κώδικα, Άρθρο 324 περί Αρπαγής Ανηλίκου «1. Όποιος αφαιρεί ανήλικο από τους γονείς, τους επιτρόπους ή από οποιονδήποτε δικαιούται να μεριμνήσει για το πρόσωπό του ή όποιος υποστηρίζει την εκούσια διαφυγή του ανηλίκου από την εξουσία των παραπάνω προσώπων τιμωρείται με φυλάκιση. Αν ο ανήλικος από τη στέρηση της επιμέλειας διέτρεξε σοβαρό κίνδυνο ζωής ή βαριάς βλάβης της υγείας του, ο δράστης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. 2. Αν ο ανήλικος δεν έχει συμπληρώσει τα δεκατέσσερα χρόνια του, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εκτός αν η πράξη τελέστηκε από ανιόντα, οπότε εφαρμόζεται η προηγούμενη παράγραφος. Σε κάθε περίπτωση που ο υπαίτιος τέλεσε την πράξη από κερδοσκοπία ή με το σκοπό να μεταχειριστεί τον ανήλικο σε ανήθικες ασχολίες ή να επιτύχει τη μεταβολή της οικογενειακής τάξης του ανηλίκου τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. 3. Αν ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων είχε σκοπό να εισπράξει λύτρα ή να εξαναγκάσει σε πράξη ή παράλειψη, επιβάλλεται κάθειρξη. Στην περίπτωση που ο δράστης με τη θέλησή του και προτού εκπληρωθεί οποιοσδήποτε όρος ή αξίωσή του απελευθέρωσε και απέδωσε, υγιή και σώο τον ανήλικο επιβάλλεται φυλάκιση.»

απαγωγή από μέλος της οικογένειας [family abduction]: is the abduction of the child by his/her parent; when one parent abducts his/her child(ren) from the other parent it is often during or after a divorce action and is meant to circumvent the court or act in defiance of a court order regarding legal custody of the child(ren); this type of child(ren) abductions are the most common and may occur within the same city, within the same state, country, or internationally

απόπειρα σεξουαλικής κακοποίησης [attempted sexual abuse]: ο θύτης αποπειράθηκε να εμπλέξει το παιδί σε σεξουαλική πράξη και διέπραξε πράξεις, με ή χωρίς σωματική επαφή, οι οποίες αποτελούν ουσιαστικό βήμα προς τη διάπραξη σεξουαλικής κακοποίησης, συμπεριλαμβανομένων πράξεων διείσδυσης˙ απόπειρα εμπλοκής του παιδιού σε σεξουαλικές πράξεις με διείσυση με ή χωρίς σωματική επαφή ανάμεσα στο θύτη και το παιδί

αποφευκτική/επιλεκτική ή περιοριστική διαταραχή πρόσληψης τροφής [avoidant/restrictive food intake disorder]: μπορεί να εμφανιστεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής, σε νήπια, παιδιά, νέους και ενηλίκους˙ περιλαμβάνει περιορισμό στη λήψη τροφής, με υποκειμενικά κίνητρα άλλα από τη διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος˙ σχετίζεται με ακαμψία γύρω από τις διατροφικές συνήθειες, με αποφυγή συγκεκριμένων τύπων τροφών που καταλήγει σε ανεπαρκή θερμιδική πρόσληψη

απομόνωση [isolation]: the child is consistently prevented from having normal social interactions with peers, family members and adults; isolation may also include confining the child or limiting the child’s freedom of movement

άρνηση κηδεμονίας και εγκατάλειψη [custody refusal and abandonment]: περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται στα εξής: ασταθές πρόγραμμα φύλαξης του παιδιού˙ παράνομες μεταβιβάσεις κηδεμονίας˙ άρνηση κηδεμονίας˙ εγκατάλειψη παιδιού

άρνηση συναισθηματικής ανταπόκρισης/απαντητικότητας [denying emotional responsiveness]: το/τα πρόσωπο/-α φροντίδας εμπρόθετα στερεί/-ούν από το παιδί την αγάπη και τη στοργή τους

άρρεν [male]: το “φύλο” που αναφέρεται στη βιολογική κατάσταση του ατόμου (που ορίζεται από πολλαπλούς δείκτες που σχετίζονται με τα χρωμοσώματα, τους γονάδες, τα εσωτερικά όργανα αναπαραγωγής και τα εξωτερικά γεννητικά όργανα) και τυπικά κατηγοριοποιείται ως αρσενικό

ασυνόδευτος ανήλικος: είναι κάθε πρόσωπο κάτω των 18 ετών, υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής, που εισέρχεται ή βρίσκεται στην Ελληνική επικράτεια, χωρίς να συνοδεύεταιαπό τον κατά το νόμο ή το έθιμο υπεύθυνο για την επιμέλειά του ενήλικο [UNHCR / Συνήγορος του Πολίτη (2005). Κατευθυντήριες Οδηγίες για τα Ασυνόδευτα Παιδιά που Ζητούν Άσυλο. Αθήνα. Στο:

www.unhcr.gr/fileadmin/Greece/General/publications/protection/SynigorosUNHCRChildren.pdf

 

αστυνομία [police]: αρχή του κράτους η οποία είναι υπεύθυνη για την πρόληψη και τη διερεύνηση του εγκλήματος, καθώς και για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης εν γένει (όπως τα αστυνομικά τμήματα) ή ασχολείται με την επιβολή των επίσημων κανονισμών σε ένα συγκεκριμένο τομέα (π.χ. τμήματα ανηλίκων ή ενδοοικογενειακής βίας)

αυτοκτονία τελεσθείσα [actual suicide]: θάνατος πρόκληση από αυτο-τραυματιστική συμπεριφορά με πρόθεση του ατόμου να πεθάνει ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του

Β

βασικός/-ή φροντιστής/-τρια [primary caregiver]: κάθε ενήλικο άτομο που ήταν κατά βάση υπεύθυνο για την ασφάλεια και τη φροντίδα του παιδιού τη χρονική στιγμή που έλαβε χώρα το συγκεκριμένο περιστατικό που καταγράφεται από τον/την χρήστη/-ρια στο σύστημα. Μπορεί να είναι ο/οι φροντιστής/-ές του παιδιού, άλλο μέλος της οικογένειας, επαγγελματίας ή άλλο ενήλικο άτομο.

βία: ορίζεται ως «η σκόπιμη χρήση σωματικής δύναμης ή εξουσίας, µε μορφή απειλής ή πράξης, ενάντια στον εαυτό, σε κάποιο άλλο πρόσωπο ή ενάντια σε μία ομάδα ή κοινότητα, η οποία είτε έχει ως αποτέλεσμα είτε αυξάνει τις πιθανότητες να έχει ως αποτέλεσμα τραυματισμό, θάνατο, ψυχολογική βλάβη, καθυστέρηση στην ανάπτυξη ή αποστέρηση» Στο: Krug, E.G., Dahlberg, L.L., Mercy, J.A., Zwi, A.B., Lozano, R. (επιμ.) (2002), World Report on violence and health, World Health Organization (WHO), Geneva, σελ. 4.

βαιες πράξεις: Βίαιες ενέργειες που αφορούν είτε λεκτική ή πραγματική συμπεριφορά που μπορεί να προκαλέσει βλάβη, πιθανή βλάβη ή επαπειλούμενη βλάβη εις βάρος ενός παιδιού. Παρότι οι βίαιες ενέργειες εναντίον ενός παιδιού είναι εκκούσιες και στοχευμένες, η πρόκληση βλάβης μπορεί να είναι σκόπιμη, μπορεί και όχι (για παράδειγμα, ο ερεθισμός του στόματος/ γλώσσας/ λαιμού του παιδιού μετά από εξαναγασμό του σε καυτερό φαγητό μπορεί να θεωρηθεί σκόπιμη βλάβη που προέκυψε από σκόπιμη ενέργεια, ενώ ο εγκεφαλικός τραυματισμός του παιδιού μετά από έντονο ταρακούνημά του μπορεί να θεωρηθεί μη-σκόπιμη βλάβη που προέκυψε από σκόπιμη ενέργεια).26 Βίαιες ενέργειες εναντίον ενός παιδιού μπορεί να σχετίζονται με άσκηση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχολογικής βίας, με μορφές, δηλαδή, κακομεταχείρισης που προϋποθέτουν δράση από την πλευρά του/της δράστη/-ριας. Στο: http://can-via-mds.eu/content/ws3-creating-synergies

βιολογική οικογένεια [biological family]: η οικογένεια που το παιδί ζει με τους βιολογικούς του γονείς, οι οποίοι είναι εξ ολοκλήρου υπεύθυνοι για το ίδιο με κάθε δυνατό τρόπο: νομικά, οικονομικά, συναισθηματικά, σωματικά, και πνευματικά

 

Γ

γονέας [parent]: ο κηδεμόνας με ή χωρίς την επιμέλεια του παιδιού ή ο θετός γονέας του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος˙ το άτομο εκείνο που έχει μια νόμιμη σχέση γονέα και παιδιού, η οποία του προσφέρει ή του επιβάλλει νομικά δικαιώματα, προνόμια, καθήκοντα και οι υποχρεώσεις

γονέας που έχει την επιμέλεια του παιδιού [custodial parent]: ο γονέας ο οποίος φέρει την ευθύνη για τη φροντίδα και τον έλεγχο του παιδιού, καθώς και για την υγεία και τη ευεξίας του συνολικά

γονέας που στερείται (της κηδεμονίας του παιδιού) [noncustodial parent]: ο οποίος δεν έχει τη (νομική) ευθύνη της φροντίδας και της φύλαξης του παιδιού, καθώς και της υγείας και ευεξίας του συνολικά

 

Δ

δημόσια σχολεία/ιδρύματα [public schools/institutions]: τα σχολεία ή εκπαιδευτικά ιδρύματα που άμεσα ή έμμεσα εποπτεύονται από μια δημόσια εκπαιδευτική αρχή˙ ένα ίδρυμα χαρακτηρίζεται δημόσιο όταν ελέγχεται και διευθύνεται: 1) απευθείας από μια δημόσια εκπαιδευτική αρχή ή υπηρεσία, ή, 2) άμεσα από έναν κρατικό οργανισμό ή από ένα κρατικό διοικητικό όργανο, τα περισσότερα μέλη του οποίου διορίζονται ή εκλέγονται από δημόσια αρχή

δημόσιος χώρος [public place]: αναφέρεται γενικά σε οποιοδήποτε εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο, είτε ιδιωτικό είτε δημόσιο, στον οποίον το κοινό έχει πρόσβαση δικαιωματικά ή κατόπιν πρόσκλησης, ρητής ή άρρητης, με πληρωμή ή δωρεάν˙ δεν πρόκειται για χώρο που χρησιμοποιείται αποκλειστικά από έναν ή περισσότερους ιδιώτες για προσωπικές συγκεντρώσεις ή σκοπούς ιδιωτικού συμφέροντος. Στους δημόσιους χώρους περιλαμβάνονται οι δρόμοι και οι χώροι που τους περιβάλλουν, καθώς και εμπορικές περιοχές, όπως καταστήματα λιανικής πώλησης, αίθουσες και εμπορικά κέντρα, γραφεία εργασίας, συμπεριλαμβανομένων των χώρων αναμονής, και άλλα εμπορικά καταστήματα/οικήματα˙ αμφιθέατρα, ανελκυστήρες, θέατρα, βιβλιοθήκες, μουσεία τέχνης, αίθουσες συναυλιών, εσωτερικές αρένες, και αίθουσες συσκέψεων.

δεν έχει πάει ποτέ στο σχολείο [has not attended school at all]: ενώ θα έπρεπε σύμφωνα με την ηλικία του δεν είναι εγγεγραμμένο στο σχολείο ή δεν του επιτρέπεται η φοίτηση/παρακολούθηση του σχολείου Σημείωση: Η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά μεταξύ των ηλικιών 6-15, δηλαδή περιλαμβάνει την Πρωτοβάθμια (Δημοτικό) και την κατώτερη Δευτεροβάθμια (Γυμνάσιο). Η παρακολούθηση στα Νηπιαγωγεία είναι υποχρεωτική από την ηλικία των 5 ετών, παρότι τα παιδιά γίνονται δεκτά και από την ηλικία των 4 ετών

διαδικτυακός εκφοβισμός/ κυβερνο-εκφοβισμός [cyber-bullying]: λεκτικός και/ή κοινωνικός εκφοβισμός μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, κοινωνικών δικτύων, κινητών τηλεφώνων ή άλλων τεχνολογιών πληροφορίας και επικοινωνίας

διακοπή φοίτησης [dropped out]: το παιδί δεν ολοκληρώνει τη σχολική φοίτηση˙ [σταματά προτού να ολοκληρώσει μια βαθμίδα εκπαίδευσης]˙ αποτυχία του/των προσώπου/-ων φροντίδας να διασφαλίσει τη συστηματική φοίτηση του παιδιού στο σχολείο (ή σε άλλη εκπαιδευτική δομή)

διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας ή αδηφαδική διαταραχή [binge eating disorder]: επαναλαμβανόμενα επεισόδια σε μικρό χρονικό διάστημα πρόσληψης ποσοτήτων τροφής μεγαλυτέρων από εκείνες που οι περισσότεροι άνθρωποι θα κατανάλωναν σε παρόμοιες συνθήκες, με τα επεισόδια να χαρακτηρίζονται από αισθήματα απώλειας ελέγχου˙ το άτομο μπορεί να τρώει πολύ γρήγορα, ακόμη κι όταν δεν πεινάει˙ μπορεί να βιώνει αισθήματα ενοχής, ντροπής, ή αηδίας και να τρώει μόνο του προκειμένου να αποκρύψει αυτή τη συμπεριφορά

διαταραχή πρόσληψης τροφής/ διατροφική διαταραχή [eating and feeding disorder]: μια σοβαρή διαγνωσμένη κατάσταση που σχετίζεται με τη σίτιση, η οποία χαρακτηρίζεται από επίμονη προβληματική συμπεριφορά όσον αφορά τη διατροφή του ατόμου ή συγκεκριμένη διαταραχή στην πρόσληψη τροφής

διαχειριστής [administrator]: [συστήματος] είναι ο/η υπεύθυνος/η για τη διαχείριση ενός πληροφορικού περιβάλλοντος πολλαπλών χρηστών/-στριών, οι ευθύνες του οποίου τυπικά περιλαμβάνουν την εγκατάσταση και διαμόρφωση του συστήματος, την δημιουργία και διαχείριση των λογαριασμών των χρηστών/-στριών, την αναβάθμιση του συστήματος και τις λειτουργίες δημιουργίας αντιγράφου και επαναφοράς

διαχειριστής/-στρια e-pronoia [e-pronoia administrator]: το νομικό πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία του συστήματος e-pronoia και έχει στα καθήκοντά του τη διαμόρφωση, την αναβάθμιση, τη διαχείριση, την εποπτεία και τη διασφάλιση της ασφάλειας και της βάσης δεδομένων˙ την επιλογή και εκπαίδευση (πιθανών) χρηστών/-στριων, τη διαχείριση των ονομάτων και των κωδικών των χρηστών, τη διαβάθμιση της πρόσβασης των χρηστών/-στριων, την έκδοση κωδικών, τη διατήρηση και διαφύλαξη μιας ξεχωριστής βάσης δεδομένων, καθώς και την επικοινωνία και τη διασύνδεση με όλους/-ες τους χρήστες/-στριες (Μελέτη Ανάλυσης Απαιτήσεων e-pronoia)

διαφθορά [corruption]: το παιδί κοινωνικοποιείται με τρόπο που να αποδέχεται παραβατικές ιδέες ή συμπεριφορές· εκπαιδεύεται, ενθαρρύνεται ή εξαναγκάζεται να αναπτύξει ανάρμοστες ή παράνομες συμπεριφορές ή να συμμετέχει σε εγκληματικές ή παρόμοιες αυτοκαταστροφικές ή αντικοινωνικές δραστηριότητες, όπως για παράδειγμα όταν το παιδί εκπαιδεύεται να κλέβει

δικαστήριο [court]: (επίσης «νομικό δικαστήριο») ένα σώμα ανθρώπων το οποίο προεδρεύεται από έναν/μια δικαστή ή περισσότερους/-ες δικαστές ή δημόσιους λειτουργούς, και λειτουργεί ως κριτής σε αστικές και ποινικές υποθέσεις˙ μπορεί να είναι οικογενειακό δικαστήριο [: ένα δικαστήριο το οποίο έχει δικαιοδοσία σε οικογενειακά ζητήματα όπως διαζύγιο, επιμέλεια και συντήρηση τέκνων, πατρότητα, ενδοοικογενειακή βία και άλλα ζητήματα οικογενειακού δικαίου (επίσης «δικαστήριο οικογενειακών)˙ δικαστήριο ανηλίκων [: ένα ειδικό δικαστήριο ή παράρτημα ενός δικαστηρίου το οποίο ασχολείται με ανήλικους παραβάτες, ανεξάρτητα με το νόμο τον οποίο έχουν παραβεί, και με παιδιά κακοποιημένα, παραμελημένα, ή σε εξάρτηση. Έχει δικαιοδοσία σε ανηλίκους κάτω των 18 ετών, αλλά όχι σε περιπτώσεις που οι ανήλικοι διώκονται ως ενήλικοι]˙ αστικό δικαστήριο [: το δικαστήριο το οποίο ασχολείται με υποθέσεις κληρονομιάς και ιδιοκτησίας]˙ δικαστικές υπηρεσίες: [: υπηρεσίες ανηλίκων, οργανισμοί παιδικής προστασίας (υπό την εποπτεία του Υπουργείου Δικαιοσύνης)˙ επίσης, μια κοινοτική δομή που υπόκειται στους νόμους περί ανήλικης παραβατικότητας ορίζεται ως μια ασφαλής πιστοποιημένη στέγη φιλοξενίας που προσομοιάζει σε σπίτι και λειτουργεί από την διεύθυνση της Εταιρίας Προστασίας Ανηλίκων του Υπουργείου Δικαιοσύνης]

δικαστική εντολή για την απομάκρυνση του θύτη (των θυτών) από το σπίτι ή για τη δίωξη του θύτη (των θυτών) [court order for perpetrator(s) to leave the home or to prosecute perpetrator(s)]: προετοιμασία των διαδικασιών και ενεργειών του ποινικού/οικογενειακού δικαστηρίου, προετοιμασία των μαρτύρων και νομική εκδίκαση της υπόθεσης

Ε

εγκαταλειμμένο παιδί [abandoned child]: (ή έκθετο) είναι ένα παιδί χωρίς γονέα ή άλλον/-η κηδεμόνα

εγκατάλειψη [abandonment]: εγκατάλειψη παιδιού είναι η πράξη της αποποίησης των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι ενός απογόνου, χωρίς τη χρήση έννομων μέσων, με την πρόθεση να μην αναληφθούν ή διεκδικηθούν ποτέ ξανά˙ η εγκετάλειψη βρέφους αναφέρεται σε γονείς (γενικώς μητέρες) που εγκαταλείπουν ή αφήνουν ένα παιδί νεώτερο των 12 μηνών σε δημόσιο ή ιδιωτικό χώρο με την πρόθεση να απαλλαγούν από αυτό˙ το παιδί μπορεί να εγκαταλειφθεί εξαιτίας πολλών λόγων, συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι μόνον, προβλημάτων ψυχικής υγείας του γονέα ή των γονέων, ή παρόμοιες καταστάσεις˙ κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες˙ φτώχια˙ εφηβικές εγκυμοσύνες

εθνικός Διαχειριστής του συστήματος e-pronoia [national e-pronoia administrator]: Το νομικό πρόσωπο (φορέας/υπηρεσία) που ορίζεται ως υπεύθυνο διατήρησης, λειτουργίας και διαχείρισης του Συστήματος. Ο ρόλος της διαχείρισης του συστήματος μπορεί να ανατεθεί σε μια Αρχή (Φορέα/Υπηρεσία/Οργανισμό) που δραστηριοποιείται στο πεδίο των προνοιακών υπηρεσιών και πληροί τις ακόλουθες αναγκαίες και υποχρεωτικές προϋποθέσεις: 1. Νομική μορφή: να είναι μια επίσημα αναγνωρισμένη Ανεξάρτητη ή Δημόσια Αρχή, 2. Να διαθέτει εεξουσιοδότηση (ή να μπορεί να διεκδικήσει σχετική άδεια από την αρμόδια Αρχή) συλλογής, διατήρησης και διαχείρισης προσωπικών δεδομένων, 3. Να διαθέτει επαρκείς πόρους, ανθρώπινους και οικονομικούς, όπως και την απαιτούμενη υποδομή για να φιλοξενήσει το σύστημα (χωρίς ωστόσο, αυτό να σημαίνει ότι απαιτούνται υπερβολικοί πόροι), 4. Να είναι σε θέση να δεσμευτεί εκ των προτέρων στους στόχους του συστήματος, στις προβλεπόομενες διαδικασίες λειτουργίας του, στους κανόνες δεοντολογίας για τη συλλογή, τη διατήρηση και τη διαχείριση προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τις προβλέψεις της ισχύουσας νομοθεσίας και στην έγκαιρη διάχυση της πληροφορίας στους πληθυσμούς-στόχους. (Μελέτη Ανάλυσης Απαιτήσεων e-pronoia)

εκφοβισμός [bullying]: το παιδί υφίσταται σοβαρά, χρόνια προβλήματα εξαιτίας ανεπιθύμητων επιθετικών συμπεριφορών, όπως απειλές, διασπορά φημών, σωματικές ή λεκτικές επιθέσεις, πρόσβαση σε προσβλητικές προσωπικές πληροφορίες και την εμπρόθετη επιβολή από κάποιο άλλο παιδί (ή ενήλικα) του αποκλεισμού του από μια ομάδα, οι οποίες συμβαίνουν στο πλαίσιο μιας πραγματικής ή αντιληπτής ασυμμετρίας ισχύος και σωματικής δύναμης, προκειμένου ο θύτης να ελέγξει ή να βλάψει τον/την άλλον/-η κατ’ επανάληψη ή τη δυνατότητα να συμβεί περισσότερες από μία φορές˙ τύποι εκφοβισμού: λεκτικός εκφοβισμός, κοινωνικός εκφοβισμός, σωματικός εκφοβισμός˙ ο εκφοβισμός λαμβάνει χώρα στο σχολείο, αλλά και σε χώρους όπως η παιδική χαρά ή τα μέσα μαζικής μεταφοράς, σε δημόσιους χώρους, ή και στο διαδίκτυο (διαδικτυακός εκφοβισμός ή κυβερνο-εκφοβισμός)

εκπαιδευτικό ίδρυμα [educational institution]: αναφέρεται σε ιδιωτικό ίδρυμα (άλλο από το σχολείο) παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών (π.χ. εξωσχολική εκπαίδευση, φροντιστήριο)

εκπαιδευτική παραμέληση/ παραλείψεις που σχετίζονται με την εκπαίδευση [educational neglect]: περιλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται στη συνεχή αποτυχία εγγραφής του παιδιού στο σχολείο (μη-εγγραφή του παιδιού στο σχολείο)˙ συνεχής αποτυχία εγγραφής του παιδιού στο σχολείο με αποτέλεσμα την μη-συστηματική φοίτηση/παρακολούθηση του σχολείου˙ συνεχές σκασιαρχείο˙ άρνηση αποδοχής ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών του παιδιού

έκθεση ανηλίκου σε βίαιο περιβάλλον εκτός σπιτιού [exposure to a violent environment outside household]: το παιδί εκτίθεται σε ένα βίαιο περιβάλλον εκτός σπιτιού, όπως μια υποβαθμισμένη ή βίαιη γειτονιά, όπου η διαπροσωπική βία ασκείται από γνωστούς και/ή αγνώστους και περιλαμβάνει μορφές βίας όπως η νεανική βία˙ επιθέσεις από αγνώστους και βία σχετιζόμενη με εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας

έκθεση ανηλίκου σε οποιοδήποτε τύπο βίας μέσα στην οικογένεια [exposure to any kind of violence in the family]: το παιδί εκτίθεται σε διαπροσωπική βία μέσα στην οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης της βίας μεταξύ συντρόφων, κακομεταχείρισης άλλου παιδιού (άλλων παιδιών), και κακοποίηση ηλικιωμένων

έκθεση ανηλίκου σε κίνδυνο [exposure to risk]: η ασφάλεια του παιδιού είναι σε κίνδυνο εξαιτίας της έκθεσής του σε περιβαλλοντικούς κινδύνους μέσα στο σπίτι [: επιτρέπεται στο παιδί να εξερευνά επικίνδυνους χώρους χωρίς την παρουσία φροντιστή˙ έχει συχνά ατυχήματα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν προληφθεί με επαρκή επιτήρηση, τα οποία περιλαμβάνουν, αλλά δεν περιορίζονται σε πτώσεις, εγκαύματα λιγότερο ή περισσότερο σοβαρά, δηλητηρίαση, πνιγμό, ηλεκτροπληξία] και έξω από το σπίτι [: ελλιπής εγρήγορση του φροντιστή (των φροντιστώ) σε ζητήματα σφάλειας και έκθεση του παιδιού σε σωματικούς και κοινωνικούς κινδύνους έξω από το σπίτι (π.χ. τροχαία ατυχήματα˙ κακοποίηση από επικίνδυνα άτομα˙ απαγωγή) (σχετίζεται με την ηλικία: π.χ. πολύ μικρά παιδιά (<5 ετών) που παίζουν χωρίς την επίβλεψη φροντιστή (φροντιστών) στη γειτονιά, πηγαίνουν μόνα τους στο σχολείο, παίζουν στο πάρκο˙ μεγαλύτερα παιδιά που απομακρύνονται μόνα τους από το σπίτι, πηγαίνοντας π.χ. στο πάρκο ή σε μια άλλη γειτονιά)], σε χρήση και κατάχρηση ουσιών από άλλους [: το παιδί είναι παρόν ενώ οι γονείς κάνουν κατάχρηση αλκοόλ, ναρκωτικών, ή άλλων ουσιών]

έκθεση ανηλίκου σε βία μέσω ηλεκτρονικών μέσων [exposure to violence via electronic means]: το παιδί εκτίθεται σε ανάρμοστο περιοχόμενο ή δραστηριότητες μέσω διαδραστικής τεχνολογίας επικοινωνίας, παρακολουθώντας π.χ. βίαιες ταινίες και τηλεοπτικά προγράμματα, εξτρεμιστικό υλικό και βία ή παίζοντας βίαια ηλεκτρονικά παιχνίδια

εμφανής βλάβη ανηλίκου [apparent harm]: οποιαδήποτε οξεία διαταραχή προκαλείται από τις απειλούμενες ή διαπραχθείσες πράξεις ή παραλείψεις αναφορικά με τη σωματική ή συναισθηματική υγεία ενός παιδιού˙ η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στη σωματική, γνωστική, ή συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού

ενδοοικογενειακή βία: χαρακτηρίζονται τα εγκλήματα σωματικής βλάβης, παράνομης βίας και απειλής, βιασμού και κατάχρησης σε ασέλγεια, προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας, ανθρωποκτονίας και θανατηφόρας σωματικής βλάβης, όταν τελούνται από μέλος της οικογένειας του θύματος (α. 1 § 1 Ν. 3500/2006).

επαγγέλματα που σχετίζονται με την εφαρμογή του νόμου [law enforcement related professions]: Αστυνομικοί (γενικά και ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι ειδικευμένοι στη διερεύνηση εγκλημάτων κατά ανηλίκων, ιατροδικαστική συνέντευξη κλπ)

επαγγέλματα που σχετίζονται με την παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας [mental health professions]: παιδοψυχίατροι, ψυχίατροι, ψυχολόγοι, πιστοποιημένοι σύμβουλοι (νέων, οικογένειας κλπ)

επίπεδο πρόσβασης [level of access]: προκαθορισμένη κατηγορία πρόσβασης των χρηστών/-στριών στα περιστατικά ΚαΠα-Π (όπου υπάρχουν) στο σύστημα e-pronoia ανάλογα με τις επαγγελματικές αρμοδιότητες του/της χρήστη/-στριας

εργασιακή/οικονομική εκμετάλλευση [labour/economic exploitation]: το παιδί εξαναγκάζεται σε έμμισθη παράνομη εργασία Σημείωση: Σύμφωνα με το Ν 3850/2010 (Κεφ. Η, άρθρα 50-68) ορίζονται τα θέματα που αφορούν την απασχόληση ή αυτοαπασχόληση ατόμων <18 χρονών. Παιδιά μικρότερα των 15 χρονών απαγορεύεται να απασχολούνται σε οποιαδήποτε εργασία (εκτός αν πρόκειται για ασφαλείς καλλιτεχνικές ή παρεμφερείς δραστηριότητες και υπό όρους). Παιδιά <16 χρονών που φοιτούν σε κάθε τύπου σχολείο επιτρέπεται να ασχολούνται μέχρι και 6 ώρες την ημέρα (υπό όρους όσον αφορά το ωράριο απασχόλησης σε σχέση με το ωράριο του σχολείου). Από τις ρυθμίσεις του νόμου εξαιρούνται οι οικογενειακού χαρακτήρα ελαφριές και περιστασιακές γεωργικές, δασικές και κτηνοτροφικές εργασίες, εφόσον αυτές τελούνται κατά τη διάρκεια της μέρας. Για όλα τα παιδιά (<18 χρονών) προβλέπονται εργασίες, έργα και δραστηριότητες στις οποίες απαγορεύεται η απασχόλησή τους (βλ. Υ.Α. οικ. 130621/2003).

Σημείωση: Ως παράνομη εργασία νοείται η απασχόληση σε εργασίες και δραστηριότητες που σύμφωνα με το νόμο απαγορεύεται να απασχολούνται άτομα μικρότερα των 18 χρονών (βλ. Υ.Α. οικ. 130621/2003 – Εργασίες), έργα και δραστηριότητες στις οποίες απαγορεύεται να απασχολούνται ανήλικοι. Στο νόμο καθορίζονται οι εργασίες, τα έργα και οι δραστηριόητες στις οποίες απαγορεύεται να απασχολούνται ανήλικοι, επειδή θεωρούνται ότι από τη φύση τους ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκτελούνται είναι πιθανό να βλάψουν την υγεία, την ασφάλεια ή να προσβάλλουν την ηθική τους και ταξινομούνται σε τρεις γενικές κατηγορίες: αυτές που σχετίζονται α. με ανθυγιεινό περιβάλλον (επικίνδυνες ουσίες, θερμοκρασία, θόρυβος και δονήσεις επιβλαβείς για την υγεία, β. πολύωρη απασχόληση, νυκτερινή απασχόληση και απασχόληση όπου ο ανήλικος είναι εκτεθειμένος σε κάθε κίνδυνο φυσικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής κακοποίησης ή εκμετάλλευσης, και γ. εργασίες με τη χρήση επικίνδυνου εξοπλισμού, μηχανημάτων και εργαλείων ή εργασία που περιλαμβάνει χειρωνακτική διακίνηση ή μεταφορά βαρέων φορτίων)

Η

ηθική και δεοντολογία [ethics]: κοινά συμφωνημένες και αποδεκτές αρχές και κανόνες για τη διασφάλιση της αποφυγής συγκρούσεων ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό συμφέρον και δικαιώματα, σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμμόρφωση προς τις σχετικές νομικές προβλέψεις συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων˙ μέτρα που έχουν ληφθεί: διαφύλαξη της ιδιωτικότητας και εμπιστευτικότητας ηλεκτρονική

ημερομηνία γέννησης του παιδιού [child’s date of birth (DoB)]: η ημερομηνία κατά την οποία το παιδί (φερόμενο ως) θύμα έχει γεννηθεί˙ σε περιπτώσεις όπου η ημερομηνία γέννησης δεν είναι γνωστή ή δεν ισχύει, ακουλούνται τα εξής: κάτω των 18 ετών: (εάν δεν είναι γνωστό το έτος) αναφέρεται σε ένα άτομο (φερόμενο ως) θύμα για το οποίο δεν είναι διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με την ημερομηνία γέννησής του, αλλά υπάρχει η πληροφορία ότι πρόκειται για παιδί (κάτω των 18 ετών) (σε περιπτώσεις, για παράδειγμα, που η πηγή της πληροφορίας γνωρίζει το παιδί (φερόμενο ως) θύμα, αλλά δεν είναι τόσο κοντά του ώστε να γνωρίζει την ημερομηνία γέννησής του) ˙ άνω των 18 ετών: αναφέρεται σε ένα άτομο (φερόμενο ως) θύμα για το οποίο δεν είναι διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με την ημερομηνία γέννησής του, αλλά υπάρχει η πληροφορία ότι το άτομο είναι άνω των 18 ετών, ωστόσο σύμφωνα με το νόμο αντιμετωπίζεται ως «ανήλικο» ˙ αγέννητο

ημερομηνία γέννησης [date of birth (DoB)]: ο χρόνος κατά τον οποίο ένα άτομο γεννήθηκε, με αναφορά στην ημέρα, στο μήνα και στο έτος

ημερομηνία καταγραφής [date of record]: η ακριβής ημερομηνία και ώρα κατά την οποία ένας/μια συγκεκριμένος/-η εξουσιοδοτημένος/-η χρήστης/-στρια ξεκίνησε μια συγκεκριμένη καταγραφή στο e-pronoia

ημερήσια φροντίδα [day-care]: αναφέρεται στη φροντίδα που παρέχεται σε βρέφη, προνήπια και νήπια, είτε στο σπίτι του παιδιού [: περιλαμβάνει πλήρους και μερικής απασχόλησης νταντάδες και λαμβάνει χώρα στο σπίτι του παιδιού], στο σπίτι του φροντιστή [: αναφέρεται στη φροντίδα του παιδιού που προσφέρεται στο σπίτι του φροντιστή], ή σε κάποιο κέντρο [: κέντρα ημέρας, βρεφονηπιακοί και παιδικοί σταθμοί, προνήπια, νήπια ή άλλες παρόμοιες δομές φροντίδας για ομάδες παιδιών]

 

Θ

θετή οικογένεια [adoptive family]: μία οικογένεια στην οποία το παιδί ζει με ενηλίκους οι οποίοι του παρέχουν ένα μόνιμο σπίτι μέσω δικαστικής διαδικασίας που, εφόσον τελεσιδικήσει, κατονομάζει τους θετούς γονείς ως νόμιμους γονείς οι οποίοι έχουν την πλήρη ευθύνη για το παιδί με κάθε τρόπο: νομικά, οικονομικά, συναισθηματικά, σωματικά και πνευματικά, ωσαν το παιδί να έχει γεννηθεί από τους ίδιους

θετός γονέας [adoptive parent]: ένα άτομο το οποίο υιοθετεί ένα παιδί γεννημένο από άλλους γονείς ως δικό του παιδί μέσω της διαδικασίας της “υιοθεσίας”

θήλυ [female]: το άτομο που με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά του ταξινομείται ως θηλυκό/γυναίκα

 

Ι

ιδιωτικά σχολεία/ιδρύματα [private schools/institutions]: ένα ίδρυμα χαρακτηρίζεται ιδιωτικό εάν: 1) ελέγχεται και διευθύνεται από μια μη κυβερνητική οργάνωση (π.χ. εκκλησία, μια κερδοσκοπική εταιρία ή επιχείρηση), ή 2) το διοικητικό του συμβούλιο αποτελείται κυρίως από μέλη που δεν είναι διορισμένα από το κράτος

ίδρυμα ημερήσιας φροντίδας [day care institution]: αναφέρεται σε δημόσιο ή ιδιωτικό κέντρο ημερήσιας φροντίδας, παιδικό σταθμό, κέντρο προσχολικής αγωγής ή άλλο παρόμοιο φορέα φροντίδας για το παιδί (στο πλαίσιο μια ομάδας παιδιών – βρεφών, προνηπίων και νηπίων)

ίδρυμα κλειστής φιλοξενίας/ στέγη παιδιού [detention or correctional institution]: αναφέρεται σε μια δομή κράτησης ή περιορισμού των παιδιών υπό την άμεση ή έμμεση διαχείριση περισσοτέρων του ενός κυβερνητικών φορέων

 

Κ

κακομεταχείριση παιδιού [child maltreatment]: για τους σκοπούς του e-pronoia, ο όρος “κακομεταχείριση” αναφέρεται σε “όλες τις μορφές σωματικής ή ψυχολογικής βίας, τραυματισμού ή κακοποίησης, παραμέλησης ή ελλιπούς φροντίδας, κακομεταχείρισης ή εκμετάλλευσης, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής κακοποίησης”˙ ο όρος βία αναφέρεται σε όλες τις μορφές βλάβης προς το παιδί (σύμφωνα με το άρθρο 19, παράγραφος 1, της Παγκόσμιας Έκθεσης των Ηνωμένων Εθνών του 2006 σχετικά με τη βία κατά των παιδιών), παρόλο που άλλοι ορισμοί οι οποίοι χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν μορφές βλάβης (τραυματισμός, κακοποίηση, παραμέληση, ελλιπής φροντίδα και εκμετάλλευση) είναι ίσης βαρύτητας˙ η χρήση του όρου βία σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μειώνει τη σοβαρότητα, αλλά και την αναγκαιότητα αντιμετώπισης των μη-σωματικών και/ή μη-εμπρόθετων μορφών βλάβης (όπως, μεταξύ άλλων, είναι η παραμέληση και η ψυχολογική κακοποίηση)

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η κακοποίηση ή κακομεταχείριση των παιδιών περιλαμβάνει όλες τις μορφές σωματικής ή συναισθηματικής κακής μεταχείρισης, σεξουαλικής παραβίασης, παραμέλησης ή παραμελημένης φροντίδας ή εκμετάλλευσης για εμπορικούς ή άλλους σκοπούς, η οποία καταλήγει σε συγκεκριμένη ή εν δυνάμει βλάβη που αφορά τη ζωή, την ανάπτυξη και την αξιοπρέπεια του παιδιού, στο πλαίσιο μιας σχέσης ευθύνης, εμπιστοσύνης και δύναμης Στο: WHO (1999), Report of the Consultation on Child Abuse Prevention. Geneva, σελ. 15, 29-31 Μαρτίου, Document WHO/HSC/PVI/99.1.

κακοποίηση ηλικιωμένου [elder abuse]: μεμονωμένες ή επαναλαμβανόμενες πράξεις ή παράλειψη κατάλληλων ενεργειών στο πλαίσιο μιας σχέσης στην οποία το ηλικιωμένο άτομο προσδοκά εμπιστοσύνη και η οποία του προκαλεί βλάβη ή δυσφορία˙ μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, όπως σωματική, ψυχολογική, σεξουαλική και οικονομική εκμετάλλευση και μπορεί να είναι το αποτέλεσμα εμπρόθετης ή ακούσιας παραμέλησης

κοινοτική υπηρεσία/φορέας [community agency]: κάθε δημόσια ή ιδιωτική μη-κερδοσκοπική κοινοτική οργάνωση (συμπεριλαμβανομένων της εκκλησίας ή άλλων θρησκευτικών δομών, κοινοτικών ξενώνων οργανωμένων σε επίπεδο γειτονιάς, δήμου ή περιφέρειας, όπως και φορέων οι οποίοι δραστηριοποιούνται κατά της ενδοοικογενειακής βίας) αντιπροσωπευτική μιας κοινότητας ή ενός σημαντικού μέρους μιας κοινότητας, η οποία εμπλέκεται στην αντιμετώπιση των ανθρώπινων, εκπαιδευτικών, περιβαλλοντικών αναγκών ή αναγκών δημόσιας ασφάλειας της κοινότητας

κώδικας δεοντολογίας [code of ethics]: ένα σύνολο αρχών που στόχο έχει να βοηθά τους/τις επαγγελματίες να ανταποκρίνονται στο ρόλο τους με ειλικρίνεια, ακεραιότητα, διαφάνεια, ευθύνη, εμπιστευτικότητα, αντικειμενικότητα, σεβασμό, με υπακοή και εμπιστοσύνη στο νόμο

κώδικας πρακτικής άσκησης [code of practice]: ένα σύνολο αρχών που υιοθετείται από έναν επαγγελματικό κλάδο ή από έναν κυβερνητικό ή μη-κυβερνητικό οργανισμό προκειμένου να ρυθμίσει τον τρόπο άσκησης ενός επαγγέλματος, ενώ ενδέχεται να υιοθετηθεί και ως κώδικας επαγγελματικής ευθύνης, ο οποίος προτείνει οδηγίες αναφορικά με δύσκολα θέματα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για αυτά, ενώ παρέχει ένα σαφή πλαίσιο σχετικά με το ποια πράξη ή συμπεριφορά είναι «δεοντολογική» ή «σωστή» ή «δίκαιη» σε συγκεκριμένες συνθήκες

 

Λ

λήψη άμεσων μέτρων προστασίας από την Αστυνομία (ασφαλιστικά μέτρα) [police emergency protection procedures]: (χωρίς ανάμιξη δικαστικών αρχών) [: επιτόπια προστασία του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος ή/και άλλων μελών της οικογένειας και των επαγγελματιών κατά τη διαδικασία της παρέμβασης, η εφαρμογή περιοριστικών μέτρων κατά του/της (φερόμενου ως) δράστη/-στριας, κράτηση για λόγους προστασίας, όπου κριθεί αναγκαίο], (με δικαστική ή συμμετοχή αντίστοιχη αρχή) [: παροχή πληροφοριών από τις συνεντεύξεις διερεύνησης του παιδιού (υποτιθέμενη) το θύμα, φροντιστής (ες), άλλο μέλος της οικογένειας (-α), δράστης (ες) ή άλλες μάρτυρες του εισαγγελέα, μαζί με αποδεικτικά στοιχεία για την ποινική δίωξη για τη δημιουργία πιθανή αιτία για να συλλάβει την (υποτιθέμενη) δράστη (-ες)] (με ανάμιξη δικαστικών αρχών) [: παροχή πληροφοριών από το υλικό των ανακριτικών συνεντεύξεων του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος, του/των προσώπου/-ων φροντίδας, άλλου/-ων μέλος/-ών της οικογένειας, του/της/των δράστη/στριας/ων ή άλλων μάρτυρες στον/ην εισαγγελέα μαζί με λοιπά αποδεικτικά στοιχεία για την ποινική δίωξη και σύλληψη του (φερόμενου ως) δράστη/-ριας/-ων]

 

Μ

μέσο μαζικής μεταφοράς [public transportation mean]: αναφέρεται σε οποιοδήποτε μέσο μεταφοράς, στο πλαίσιο ενός συγκοινωνιακού συστήματος μεγάλης κλίμακας σε μια συγκεκριμένη αστική/μητροπολιτική περιοχή, που τυπικά περιλαμβάνει μέσα όπως λεωφορεία, τρόλεϊ, τραμ, μετρό και τρένα

ΜΚΟ [NGO]: [Μη Κυβερνητική Οργάνωση] μη-κερδοσκοπική, εθελοντική ομάδα πολιτών που μοιράζονται ένα κοινό ενδιαφέρον, οργανωμένη σε τοπικό, εθνικό ή διεθνές επίπεδο, εξυπηρετώντας ένα συγκεκριμένο σκοπό˙ παρέχει διάφορες υπηρεσίες και επιτελεί ανθρωπιστικό ρόλο, προωθώντας αιτήματα των πολιτών προς την κυβέρνηση, συνηγορεί και παρατηρεί πολιτικές πρακτικές, ενισχύει την πολιτική συμμετοχή παρέχοντας χρήσιμες πληροφορίες

 

Ν

νευρική ή ψυχογενής ή νευρογενής ανορεξία [anorexia nervosa]: χαρακτηρίζεται από διαστρεβλωμένη εικόνα σώματος και υπερβολική δίαιτα η οποία οδηγεί σε σοβαρή απώλεια βάρους με παθολογικό φόβο μήπως το άτομο γίνει παχύσαρκο˙ επηρεάζει κυρίως έφηβα κορίτσια και νέες γυναίκες

νευρική ή ψυχογενής ή νευρογενής βουλιμία [bulimia nervosa]: χαρακτηρίζεται από συχνά (τουλάχιστον ένα με δύο εβδομαδιαία) επεισόδια παρορμητικής υπερφαγίας τα οποία ακολουθούνται από μη αποδεκτές συμπεριφορές, όπως η πρόκληση εμετού προκειμένου να αποφευχθεί η πρόσληψη βάρους

νηπιαγωγείο [preschool]: δημόσια ή ιδιωτική δομή στην οποία ένα παιδί φοιτά συνήθως από τη βρεφική έως τη νηπιακή ηλικία των 5 ή 6 ετών, πριν από την έναρξη της υποχρεωτικής εκπαίδευσης (6-15 ετών). Η παρακολούθηση του νηπιαγωγείου είναι ωστόσο υποχρεωτική από την ηλικία των 5 ετών, παρότι τα παιδιά μπορεί να γίνουν δεκτά και από την ηλικία των 4 ετών˙ > εκπαιδευτικές προσχολικές δομές και πλαίσια: ιδρύματα ή πλαίσια όπου το προσωπικό (υπεύθυνο για μια ομάδα παιδιών) πρέπει να κατέχει συγκεκριμένα προσόντα στην εκπαίδευση εμφανίζονται εδώ, ανεξάρτητα από το εάν αυτά τα ιδρύματα ή πλαίσια υπάγονται στο υπουργείο παιδείας

νομικό καθεστώς του παιδιού [child’s citizenship status]: το καθεστώς αναγνώρισης του παιδιού με βάση το εθιμικό δίκαιο και τους νόμους του κράτους στο οποίο διαμένει το παιδί το οποίο ορίζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ως πολίτης· ένα παιδί ενδέχεται να μην είναι πολίτης ενός κράτους, πολίτης [citizen]: το παιδί (φερόμενο ως) θύμα αναγνωρίζεται ως μέλος μιας χώρας [είτε με βάση το «δίκαιο του αίματος» είτε με βάση «το δίκαιο του εδάφους»

 

Ο

οικογένεια [family]: Η οικογένεια ή κοινότητα στην οποία ζει το παιδί (πιθανό) θύμα η οποία αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δεύτερου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Στην οικογένεια περιλαμβάνονται, εφόσον συνοικούν, συγγενείς εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι τετάρτου βαθμού και πρόσωπα των οποίων επίτροπος, δικαστικός παραστάτης ή ανάδοχος γονέας έχει ορισθεί μέλος της οικογένειας, καθώς και κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί στην οικογένεια. Επίσης περιλαμβάνονται η μόνιμη σύντροφος του άνδρα ή ο μόνιμος σύντροφος της γυναίκας και τα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν, ως και στους τέως συζύγους. Σημείωση: Στο πλαίσιο του CAN-MDS υιοθετείται ο ορισμός της οικογένειας όπως αυτός ισχύει στο Ν 3500/2006 «Για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και άλλες διατάξεις» (Άρθρα 2.α – 2.γ) [ΦΕΚ 232/2006]

οικογένεια σε ανασύνθεση/ οικογένεια με γονιό που ξαναπαντρεύτηκε [re-composed family]: θετή οικογένεια˙ οικογένεια με έναν βιολογικό γονέα, τον/την πατριό/μητριά (ανάλογα με το ποιος από τους γονείς έχει ξαναπαντρευτεί) και πιθανόν -αλλά όχι απαραίτητα- με παιδί/-ιά του πατριού/της μητριάς από προηγούμενο γάμο

οικότροφος [boarder]: όταν το παιδί ζει σε οικοτροφείο/ίδρυμα

 

Π

παιδική χαρά [playground]: αναφέρεται σε υπαίθριο χώρο παιχνιδιού για τα παιδιά, ειδικά όταν διαθέτει κούνιες, τσουλήθρες, κλπ, ή όταν βρίσκεται στα σύνορα ενός σχολείου

παιδί [child]: κάθε άτομο κάτω από την ηλικία μιας πλειοψηφίας (majority) (επίσης ανήλικος/-η, νέος/-α, νήπιο)˙ κάθε άτομο με ειδικές νοητικές ανάγκες ηλικίας > 18 ετών αντιμετωπίζεται επίσης ως “παιδί”˙ η ηλικία ενηλικίωσης, κατά την οποία ένα παιδί νομικά γίνεται ενήλικας, έχει οριστεί στα 18 έτη

παιδί θεωρείται κάθε ανθρώπινο ον μικρότερο των δεκαοκτώ ετών, εκτός εάν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα για το παιδί νομοθεσία» (Σύμβαση Δικαιωμάτων του Παιδιού, Ν. 2101/1992-ΦΕΚ 192/2-12-92) ή «παιδί» σημαίνει «οποιοδήποτε πρόσωπο κάτω των 18 ετών» (Ν. 3727/2008-ΦΕΚ 257/A'/18-12-2008)

 

παιδί (φερόμενο ως) θύμα [child (alleged) victim]: το ανήλικο άτομο το οποίο διαπιστώνεται ή αναφέρεται ότι υπήρξε θύμα μιας τουλάχιστον πράξης κακομεταχείριστης ή παράλειψης στη φροντίδα του και στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα (που εισάγονται στο σύστημα)˙ >θύμα: το αντικείμενο του περιστατικού κακομεταχείρισης αναφορικά με το οποίο ένας/μια χρήστης/-στρια εισάγει δεδομένα στο CAN-MDS˙ >φερόμενο ως: το παιδί-θύμα θεωρείται φερόμενο ως θύμα και όχι θύμα διότι στο CAN-MDS είναι δυνατή η καταγραφή οποιασδήποτε αναφοράς για περιστατικό κακομεταχείρισης παιδιού ανεξαρτήτως του σταδίου τεκμηρίωσης της κακομεταχείρισης (η οποία θα αποφασιστεί σε μεταγενέστερη φάση, μετά την αρμόζουσα διερεύνηση)

παππούς/-ούδες, γιαγιά/-δες [grandparent(s)]: ο γονέας της μητέρας ή του πατέρα το παιδιού (φερόμενου ως) θύματος˙ η γιαγιά ή ο παππούς

παράλειψη [omission]: η αποτυχία επίτευξης μιας πράξης που έχει συμφωνηθεί και για την οποία το άτομο που έχει την υποχρέωση (και δια νόμου) να την διεκπεραιώσει παραλείπει να το κάνει˙ μια συνέπεια της παράλειψης είναι και το ένδικο μέσο της αγωγής όπως αντίστοιχα ισχύει και στην περίπτωση της αμέλειας ή της ακατάλληλης πράξης

παραλείψεις [omissions]: οι παραλείψεις στη φροντίδα του παιδιού σχετίζονται με την παραμέληση του παιδιού και αφορούν την αποτυχία (χωρίς πρόθεση: παραμέληση, με πρόθεση: στέρηση) παροχής των βασικών για την κάλυψη των σωματικών, συναισθηματικών, εκπαιδευτικών αναγκών του παιδιού ή/και την αποτυχία προστασίας του παιδιού από βλάβη ή πιθανή βλάβη. Οι παραλείψεις αυτές στη φροντίδα του παιδιού μπορεί και χωρίς πρόθεση να οδηγήσουν σε βλάβη ή τραυματισμό του ίδιου του παιδιού ή όχι. Επίσης, μπορεί να περιλαμβάνουν συναισθηματική παραμέληση, σωματική παραμέληση, ιατρική παραμέληση, εκπαιδευτική παραμέληση, έκθεση σε κίνδυνο, ελλιπή ή πλημμελή φύλαξη, άρνηση γονικού ρόλου, εγκατάλειψη. Σημείωση: αν και η ποιότητα της φροντίδας που παρέχεται σε ένα παιδί μπορεί να έχει διαβαθμίσεις, για παράδειγμα ασυνεπής/αμφίβολη, φτωχή έως πολύ φτωχή,

παραμέληση: Η παραμέληση περιλαμβάνει τόσο μεμονωμένα περιστατικά, όσο και ένα πρότυπο διαρκούς αποτυχίας του γονέα ή άλλου μέλους της οικογένειας να φροντίσει –τουλάχιστον στις περιπτώσεις που ο γονέας είναι σε θέση να το κάνει– έναν ή περισσότερους από τους παρακάτω τομείς ανάπτυξης και ευημερίας του παιδιού: υγεία, εκπαίδευση, συναισθηματική ανάπτυξη, διατροφή, στέγη και ασφαλείς συνθήκες διαβίωσης. Οι γονείς των παραμελημένων παιδιών δεν είναι απαραίτητα φτωχοί, αντιθέτως μπορεί να είναι οικονομικά ευκατάστατοι. Η παραμέληση δεν πρέπει να συγχέεται με την ένδεια πόρων της οικογένειας καθώς αναπαριστά ως επί το πλείστον μια συμπεριφορά αποστέρησης υφιστάμενων πόρων και δυνατοτήτων από τους γονείς/φροντιστές προς το παιδί. Στο : WHO & ISPCAN (2006), Preventing child maltreatment: A guide to taking action and generating Evidence (σελ. 10). Geneva: WHO.

 

παραπομπή [referral]: η πράξη αποστολής κάποιου προσώπου σε ένα άλλο πρόσωπο ή χώρο για την παροχή συμβουλών, την θεραπεία ή την παροχή βοήθειας εν γένει˙ στο πλαίσιο της CAN-MDS η διαδικασία της στοχευμένης (επανα)προώθησης της υπόθεσης του παιδιού για το οποίο αναφέρθηκε περιστατικό κακομεταχείρισης, στον κατάλληλο οργανισμό (υπηρεσία ή οργανισμό) για περαιτέρω διερεύνηση, θεραπεία ή προστασία˙ το Γενικό Σχόλιο 13 των Ηνωμένων Εθνών (2011) σχετικά με την παραπομπή: το πρόσωπο που λαμβάνει την έκθεση θα πρέπει να έχει σαφείς οδηγίες και εκπαίδευση σχετικά με το πότε και πώς να παραπέμψει το περιστατικό στον όποιο οργανισμό είναι υπεύθυνος να αναλάβει τη διαχείρισή του. Στη συνέχεια, οι διατομεακές παραπομπές μπορεί να γίνουν από εκπαιδευμένους επαγγελματίες και διαχειριστές, όταν τα παιδιά βρίσκονται κατάσταση που χρήζουν προστασίας (άμεσης ή μακροπρόθεσμης), καθώς και εξειδικευμένες υπηρεσίες υποστήριξης. Οι επαγγελματίες που εργάζονται στο πλαίσιο του συστήματος παιδικής προστασίας πρέπει να είναι εκπαιδευμένοι στη διατομεακή συνεργασία και στα πρωτόκολλα συνεργασίας. Η διαδικασία περιλαμβάνει: (α) συμμετοχική, διεπιστημονική αξιολόγηση των βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων αναγκών του παιδιού, των φροντιστών/-τριών και της οικογένειάς του, η οποία καλεί και δίνει την δέουσα βαρύτητα στις απόψεις του παιδιού, καθώς και σε εκείνες των φροντιστών/-τριων και της οικογένειας, (β) το μοίρασμα των αποτελεσμάτων της διερεύνησης με το παιδί, τους/τις φροντιστές/-τριες και την οικογένεια, (γ) την παραπομπή του παιδιού και της οικογένειας σε ένα φάσμα υπηρεσιών για την κάλυψη των αναγκών τους, και (δ) την παρακολούθηση και την αξιολόγηση της καταλληλότητας της παρέμβασης

παραπομπή του παιδιού σε υπηρεσία παιδικής προστασίας/πρόνοιας [referral of child to child protection /welfare services]: παραπομπή σε εύλογο διάστημα από οποιονδήποτε άλλο οργανισμό στις υπηρεσίες παιδικής προστασίας/κοινωνικής πρόνοιας, συμπεριλαμβανομένων όλων των διαθέσιμων πληροφοριών για την (πιθανή) κακομεταχείριση προκειμένου διερευνηθεί περαιτέρω˙ λήψη μέτρων για την προστασία του θύματος με δικαστική εντολή [: δίωξη του/της (φερόμενου/-ης ως) δράστη/-τριας σε ποινικό δικαστήριο

παρέμβαση της αστυνομίας (άμεσες παρεμβάσεις από υπηρεσίες δημόσιας τάξης) [police intervention (immediate interventions)]: επιτόπια έρευνα προκειμένου να συλλεχθούν στοιχεία για την ποινική δίωξη και να αποφασιστεί η επάρκειά τους για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του/της/των (φερόμενου/-ης/-ων ως) δράστη/-στριας/-ων, καθώς και προστασία του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος από περαιτέρω κακομεταχείριση

πράξεις σχετικές με αρπαγή [abduction-related acts]: αρπαγή παιδιού είναι η αξιόποινη πράξη παράνομης αφαίρεσης ή παράνομης παρακράτησης, περιορισμού ή απόκρυψης ενός παιδιού ή βρέφους˙ ορίζεται ως η απομάκρυνση ενός παιδιού μέσω πειθούς, εξαπάτησης, εξαναγκασμού ή βίας˙ αρπαγή από τρίτο (εκτός οικογένειας) και αρπαγή από μέλος/-η της οικογένειας

πρόσβαση [access]: εξουσιοδότηση ή άδεια για την ανάγνωση αρχείων ή την απόκτηση απόρρητων πληροφοριών

προσωπικό κοινοτικής υπηρεσίας/φορέα [community agency personnel]: μπορεί να είναι ένας/μια ψυχολόγος, σύμβουλος, κοινωνικός/-ή λειτουργός, κοινοτικός/-ή νοσηλευτής/-τρια ή άλλος/-η επαγγελματίας υγείας, ψυχικής υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, ιερέας ή μοναχός/-ή

προσωπικό υπηρεσίας ημερήσιας φροντίδας [day-care service personnel]: μπορεί να αφορά βρεφονηπιοκόμο, νταντά, όπως και άλλα μέλη του προσωπικού ενός κέντρου ημερήσιας φροντίδας

προσωπικό που παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες για αναπηρίες [disability support services personnel]: μπορεί να είναι επαγγελματίες υγείας, ψυχικής υγείας, κοινωνικής πρόνοιας, παιδαγωγοί, ειδικοί παιδαγωγοί, εργοθεραπευτές/-τριες, φυσιοθεραπευτές/-τριες, σύμβουλοι

προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες ψυχικής υγείας [mental health services personnel]: μπορεί να περιλαμβάνει παιδοψυχίατρο, ψυχίατρο, παιδοψυχολόγο, ψυχολόγο, κλινικό ψυχολόγο, σύμβουλο παιδιών και εφήβων, οικογενειακό σύμβουλο

προσωπικό σε ΜΚΟ ή οργανισμούς [NGOs/association personnel]: μπορεί να περιλαμβάνει ψυχολόγο, σύμβουλο, κοινωνικό/-ή λειτουργό, κοινοτικό-ή νοσηλευτή/-τρια ή άλλο/-η επαγγελματία (ψυχικής) υγείας ή κοινωνικής πρόνοιας, όπως επίσης κληρικό ή ιερομόναχο/-η

προσωπικό που εργάζεται στο Συνήγορο του Πολίτη (Κύκλος δικαιωμάτων του παιδιού-Βοηθός Συνηγόρου) [ombudsman personnel]: μπορεί να περιλαμβάνει νομικό, δικηγόρο, κοινωνικό/-ή επιστήμονα, ψυχολόγος, σύμβουλο, κοινωνικό/-ή λειτουργό κοινοτικό/-ή νοσηλευτή/-τρια ή άλλο/-η επαγγελματία (ψυχικής) υγείας ή κοινωνικής πρόνοιας

προσωπικό σε δικαστήριο τακτικό/ανηλίκων και σε συναφείς δικαστικές υπηρεσίες [ordinary/juvenile court and related services personnel]: μπορεί να περιλαμβάνει δικαστή, εισαγγελέα, επιμελητή/-τρια, ανακριτή/-τρια, νομικό

προσωπικό [personnel]: οι άνθρωποι που απασχολούνται σε έναν φορέα ή για την παρχή μιας συγκεκριμένης υπηρεσίας˙ στο πλαίσιο του CAN-MDS πρόκειται για τους/τις εργαζόμενους/-ες σε μια υπηρεσία/φορέα που σχετίζεται με τη διαχείριση περιστατικών ΚαΠα-Π και είναι διορισμένοι σε συναφή τομέα διαχείρισης τέτοιων περιπτώσεων˙ επιτρεπόμενες τιμές (στο σύστημα) μπορεί να είναι: προσωπικό σε κοινοτικό φορέα˙ προσωπικό σε υπηρεσία ημερήσιας φροντίδας για τα παιδιά˙ προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες υποστήριξης σε άτομα με αναπηρίες˙ προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες υγείας˙ προσωπικό που παρέχει υπηρεσίες ψυχικής υγείας˙ προσωπικό σε τηλεφωνική γραμμή βοήθειας˙ προσωπικό σε ΜΚΟ/οργανισμούς˙ προσωπικό που εργάζεται στο Συνήγορο του Παιδιού˙ δικαστικό προσωπικό δικαστηρίου τακτικού ή ανηλίκων˙ προσωπικό της αστυνομίας ή άλλων υπηρεσιών που σχετίζονται με την εφαρμογή του νόμου˙ προσωπικό που εργάζεται στο (δημόσιο) σύστημα κοινωνικής πρόνοιας˙ εκπαιδευτικό προσωπικό προσχολικής αγωγής, νηπιαγωγείων, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης

προσωπικό της αστυνομίας ή που προσφέρει υπηρεσίες δημόσιας τάξης και εφαρμογής του νόμου [police or other law enforcement services personnel]: μπορεί να περιλαμβάνει αστυνομικό, ειδικό/-ή ανακριτικό/-ή υπάλληλο ειδικευμένο/-η στη διερεύνηση εγκλημάτων κατά ανηλίκων ή στην ιατροδικαστική συνέντευξη ή οποιονδήποτε/οποιανδήποτε άλλο/-η δημόσιο/-α υπάλληλο της δημόσιας τάξης υπεύθυνος/-η για την πρόληψη, σύλληψη, ή κράτηση προσώπων που θεωρούνται ύποπτα ή έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα, συμπεριλαμβανομένου/-ης ενός/μιας υπαλλήλου που εμπλέκεται σε μια ανάλογη δραστηριότητα και έχει μεταφερθεί σε μία διοικητική ή συντονιστική/εποπτική θέση ή εξυπηρετεί χρέη αξιωματικού προδικαστικών υπηρεσιών ή επιμελητή/-τριας

 

Σ

 

σεξουαλική κακοποίηση: Ως σεξουαλική κακοποίηση ορίζεται η εμπλοκή ενός παιδιού σε σεξουαλική δραστηριότητα την οποία δεν κατανοεί πλήρως και για την οποία δεν είναι σε θέση να συναινέσει ή δεν είναι αναπτυξιακά ώριμο ή παραβιάζει τους νόμους. Τα παιδιά μπορεί να υποστούν σεξουαλική κακοποίηση τόσο από ενήλικα άτομα όσο και από άλλα παιδιά τα οποία,λόγω της ηλικίας τους ή του αναπτυξιακού τους σταδίου, βρίσκονται σε θέση ευθύνης, εμπιστοσύνης ή δύναμης σε σχέση με το θύμα. Στο : WHO & ISPCAN (2006), Preventing child maltreatment: A guide to taking action and generating Evidence (σελ. 10). Geneva: WHO.

σπίτι ή στέγη ή ίδρυμα φιλοξενίας του παιδιού [children’s home/residential institution]: η τοποθέτηση του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος στη μακρο-πρόθεσμη φροντίδα μια δομής φιλοξενίας υπό το καθεστώς προσωρινής επιμέλειας, όταν η βιολογική οικογένεια διατηρεί ακόμη κάποια δικαιώματα κηδεμονίας· ο όρος δομή φιλοξενίας αναφέρεται σε μια ανοιχτού τύπου στέγη, χωρίς σωματικό περιορισμό, όπως για παράδειγμα αλλά όχι αποκλειστικά μια στέγη για πολλά άτομα ή μια πιστοποιημένη δομή παιδικής φροντίδας, τα οποία παρέχουν προσωρινά φροντίδα στο παιδί ενόσω εκκρεμούν οι δικαστικές ενέργειες και αποφάσεις

συγγενής εξ αίματος [blood relative]: κάθε άτομο το οποίο έχει σχέση εξ αίματος με το παιδί (φερόμενο ως) θύμα, όπως γιος ή κόρη (για μεγαλύτερα παιδιά), θείος, θεία, ανηψιός, ανηψιά, προγιαγιά, προπάππους

συγγενής εξ αγχιστείας [by-law relative]: κάθε άτομο το οποίο σχετίζεται με το παιδί μέσω γάμου και όχι μέσω της γέννησής του

συνιστώμενος εμβολιασμός [recommended vaccination]: χορήγηση εμβολίου που περιλαμβάνεται στο εθνικό πρόγραμμα εμβολιασμού για όλες ή για ορισμένες ειδικές ομάδες του πληθυσμού ανεξάρτητα από την ύπαρξη χρηματοδότησης ή μη

συναισθηματική παραμέληση [emotional neglect]: iσυμπεριλαμβάνει, αλλά δεν περιορίζεται σε, συστηματική παράβλεψη των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού˙ χρόνια έλλειψη προσοχής προς το παιδί˙ ψυχολογικά “μη-διαθέσιμοι” φροντιστές˙ δυσανάλογα υψηλές προσδοκίες

Συνήγορος του Πολίτη [national ombudsman]: ανεξάρτητη αρχή που διερευνά παράπονα ή αναφορές (συμπεριλαμβανομένων των ηλεκτρονικών) και είναι αρμόδια για την ίση μεταχείριση υποθέσεων που άπτονται, μεταξύ άλλων, των δικαιώματων των παιδιών, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της κοινωνικής προστασίας, της ισότητας των φύλων, της υγείας και της πρόνοιας, της ποιότητας της ζωής και των σχέσων των πολιτών με το κράτος> Συνήγορος του Πολίτη για τα Δικαιώματα του Παιδιού ή Συνήγορος του Παιδιού [deputy ombudsman for children]: τμήμα του Συνηγόρου του Πολίτη που εργάζεται για την προάσπιση και την προαγωγή των δικαιωμάτων του παιδιού

σύντροφος/-οι γονέα/-ων [parent(s)’ partner(s)]: ο/η ερωτικός/-ή σύντροφος του πατέρα ή της μητέρας του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος με τον/την οποίο/-α δεν είναι παντρεμένος/-η και δε σχετίζεται καθ’οποιονδήποτε άλλο νομικό τρόπο μαζί του/της

Σύνδρομο Μυνχάουζεν δι’αντιπροσώπου [Munchausen Syndrome by Proxy]: πρόκειται για διαταραχή όπου ο φροντιστής/-στρια του παιδιού προσποιείται, υποκρίνεται ή προκαλεί (σωματικά ή ψυχολογικά) συμπτώματα, όπως και στο αντίστοιχο Σύνδρομο Μυνχάουζεν, ωστόσο στην περίπτωση του γονέα/φροντιστή εκείνος/-η τα προκαλεί στο παιδί και όχι στον εαυτό του, επιμένει δηλαδή ότι κάτι δεν πάει καλά στο παιδί. Ενδείξεις πιθανής ιατρικής κακοποίησης του παιδιού περιλαμβάνουν τις εξής συμπεριφορές εκ μέρους του φροντιστή/-στριας: (1) το πρόσωπο φροντίδας λέει ψέματα για τα συμπτώματα στην υγεία του παιδιού, (2) το πρόσωπο φροντίδας αντιμετωπίζει το παιδί σαν παιδί με αναπηρίες, (3) το πρόσωπο φροντίδας βάζει στο παιδί πτύελα και περιττώματα, (4) το πρόσωπο φροντίδας πνίγει το παιδί κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του ενώ το προσωπικό απουσιάζει, προκαλώντας έμετο στο παιδί

σχέση εξ αίματος [blood relation]: ένα άτομο σχετίζεται με κάποιο άλλο μέσω της γέννησης του και όχι εξ αγχιστείας

σωματική τιμωρία και “πειθαρχία” [corporal punishment and “disciplines”]: περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται στα εξής: χαστούκισμα (slapping)· σκαμπίλισμα (smacking)· ράπισμα στα οπίσθια (spanking)· τσίμπημα (pinching)· τράβηγμα/στρίψιμο αυτιών (twisting ears)· τράβηγμα μαλλιών (pulling hair)· χτύπημα με αντικείμενο (hitting with an object)· ξυλοδαρμό (beating)· δέσιμο ή δέσιμο πάνω σε κάτι (tying up or tying to something)· σωματικό περιορισμός με "ειδικά" ρούχα (restraining in cloth sacks)· κλείδωμα σε δωμάτιο/ άλλο χώρο (locking up)· παράτημα του παιδιού στα περιττώματά του (leaving child to lie in their own excrement)· σπρώξιμο (pushing)· πέταγμα ή ρίψη αντικειμένου (throwing)· ταρακούνημα (shaking)· άρπαγμα (grabbing)· στραγγάλισμα (choking)· σφίγξιμο/πίεση στο λαιμό/σβέρκο (squeezing neck)· κλώτσημα (kicking)· χτύπημα εστιασμένο στο κεφάλι (με το χέρι/ στον τοίχο) (hitting on head)· γροθιά/μπουνιά στο αυτί (boxing ear)· γρατσούνισμα/γδάρσιμο (scratching)· κάψιμο (burning)· ζεμάτισμα (scalding)· Σημείωση: για τις πράξεις που αναφέρονται παραπάνω έχετε υπόψη ότι μπορεί να διαπραχθούν από ένα ενήλικο άτομο κατά του παιδιού (0- <18 ετών) ενώ η δύναμη του χτυπήματος σε κάθε περίπτωση δεν είναι εφικτό να μετρηθεί

σωματικός εκφοβισμός [physical bullying]: να πληγώνεις ή να καταστρέφεις το σώμα ή τα πράγματα κάποιου/-ας, με πράξεις όπως χτύπημα/κλώτσημα/τσίμπημα˙ φτύσιμο˙ πάτημα/σπρώξιμο˙ άρπαγμα ή σπάσιμο των πραγμάτων του άλλου˙ κάνοντας προσβλητικές ή αγενείς χειρονομίες

σωματική παραμέληση [physical neglect]: περιλαμβάνει αλλά δεν περιορίζεται στην ανεπαρκή ή ακατάλληλη διατροφή, προσωπική υγιεινή, ένδυση, στέγαση

σωματικά βίαιες πράξεις [physical violence acts]: περιλαμβάνει πράξεις σωματικής βίας, σωματικής τιμωρίας και «πειθαρχίας», βίαιες πράξεις γνωστές ως επιβλαβείς πρακτικές, (εμπρόθετες) πράξεις κακομεταχείρισης απειλητικής για τη ζωή, πράξεις που σχετίζονται με απαγωγή/αρπαγή, θεσμικές και συστημικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του παιδιού

σωματική κακοποίηση: Ως σωματική κακοποίηση των παιδιών ορίζεται η χρήση σωματικής βίας σε βάρος ενός παιδιού η οποία έχει ως αποτέλεσμα –ή έχει υψηλή πιθανότητα να έχει ως αποτέλεσμα– τη βλάβη στην υγεία του παιδιού, στην επιβίωση, στην ανάπτυξη ή την αξιοπρέπειά του. Η σωματική βία περιλαμβάνει πρακτικές όπως τα χτυπήματα, οι κλοτσιές, το ταρακούνημα, το δάγκωμα, ο στραγγαλισμός, το κάψιμο, η δηλητηρίαση και η πρόκληση ασφυξίας. Πολλές φορές η σωματική βία που λαμβάνει χώρα στο σπίτι ασκείται σε βάρος των παιδιών ως τιμωρία ή επιβολή υπερβολικά αυστηρής πειθαρχίας. Στο : WHO & ISPCAN (2006), Preventing child maltreatment: A guide to taking action and generating Evidence (σελ. 10). Geneva: WHO.

Τ

τοποθέτηση του παιδιού εκτός οικογένειας [out of home placement]: το παιδί αφήνει το σπίτι του κατόπιν δικαστικής εντολής και τοποθετείται σε άλλης μορφής φροντίδα, όπως συγγενικής, αναδοχής, στέγης/ιδρύματος κλειστής προστασίας , υιοθεσίας

 

Υ

υιοθεσία [adoption]: [διαδικασία] η τοποθέτηση μέσω δικαστικής διαδικασίας του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος σε μόνιμη κηδεμονία μιας οικογένειας άλλης από τη φυσική του οικογένεια, με κηδεμόνες άλλους από τους βιολογικούς του γονείς με την πρόθεση αυτή η τοποθέτηση να αποτελέσει τη μόνιμη οικογένεια του παιδιού, ενώ εκδίδεται και νέο πιστοποιητικό γεννήσεων με το όνομα (τα ονόματα) του θετού γονέα (των θετών γονέων) (είτε με τη συναίνεση του γονέα/κηδεμόνα [ο γονέας ή άλλος κηδεμόνας επιθυμεί καλή τη πίστη να απαλλαγεί από τη φροντίδα και την κηδεμονία του παιδιού, συμπεριλαμβανομένου και παιδιού το οποίο τοποθετείται σε ανάδοχη φροντίδα με αυναινετική συμφωνία ανάμεση στο γονέα και τον αρμόδιο φορέα] είτε με δικαστική εντολή [τα γονεϊκά δικαιώματα επάνω στο παιδί τερματίζονται ακουσίως ή η κηδεμονία του παιδιού μεταφέρεται ακουσίως σε κάποιον συγγενή και τεκμηριώνεται νομικά ο επιτακτικός λόγος (π.χ. ανεπαρκής γονεϊκή φροντίδα εξαιτίας συνασθηματικής, νοητικής ή σωματικής αναπηρίας, ή ανωριμότητας του γονέα, κηδεμόνα ή άλλου φέροντα την επιμέλεια του παιδιού) για τον οποίο ο τερματισμός των γονεϊκών δικαιωμάτων είναι προς το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού]

υπερπροστασία/υπερπροστατευτισμός [overprotection]: η συνεχής ενασχόληση του προσώπου φροντίδας με την ασφάλεια (εν γένει) του παιδιού που οδηγεί στον περιορισμό της αυτονόμησης του παιδιού χωρίς ωστόσο να γίνεται και περισσότερο ασφαλής με αυτό τον τρόπο˙ αντίθετα, μπορεί να ευθύνεται για την χαμηλή αυτοεκτίμηση του παιδιού με απώτερο αποτέλεσμα στην πορεία της ζωής το παιδί να μην καταφέρει καθόλου ή να καταφέρει ανεπαρκώς να κατακτήσει όλες τους τις δυνατότητες˙ παραδείγματα: ο/η φροντιστής/-τρια δεν επιτρέπει στο παιδί να δοκιμάσει νέες δραστηριότητες όπως είναι να ανακαλύψει την χαρά του σκαρφαλώματος και της ασφαλούς διακινδύνευσης μέσα σε μια πολυθεματική παιδική χαρά˙ το παιδί αποθαρρύνεται, επίσης, από την την ενασχόληση με πολλές αθλητικές και κοινωνικές δραστηριότητες

υπηκοότητα [citizenship]: Η κατάσταση της σχέσης του παιδιού με το Ελληνικό (ή άλλο κράτος), κατά πόσο είναι υποκείμενο δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και προνομίων ως φέρον την ιδιότητα του «πολίτη» (με Ελληνική ή άλλη ιθαγένεια) με βάση το νόμο

Σημείωση: Στην Ελλάδα, «Έλληνες πoλίτες είναι όσoι έχoυν τα πρoσόντα πoυ oρίζει o νόμoς…» (ΣYNTAΓMA THΣ EΛΛAΔAΣ, όπως αναθεωρήθηκε με το Ψήφισμα της 27ης Μαΐου 2008 της Η’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, MEPOΣ ΔEYTEPO Aτoμικά και κoινωνικά δικαιώματα, Άρθρo 4.3)].

Σημείωση: Παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τον εννοιολογικό προσδιορισμό των όρων «ιθαγένεια», «υπηκοότητα» και «εθνικότητα» [...] Α. Στην ελληνική νομική γλώσσα δεν γίνεται διάκριση μεταξύ των όρων «ιθαγένεια» και «υπηκοότητα», οι οποίοι έχουν στη χώρα μας ταυτόσημο περιεχόμενο, δηλώνοντας τον δημοσίου δικαίου νομικό δεσμό που συνδέει το άτομο με την πολιτεία στο λαό της οποίας ανήκει. Για το λόγο αυτό άλλωστε, όσοι έχουν την ιθαγένεια ενός κράτους ονομάζονται ημεδαποί του κράτους αυτού, ενώ όσοι έχουν διαφορετική ή καμία ιθαγένεια ονομάζονται αλλοδαποί. Συνεπώς, η χρήση του όρου υπηκοότητα γίνεται παράλληλα προς τη χρήση του όρου ιθαγένεια (π.χ. λέμε ελληνική ιθαγένεια και Έλληνας υπήκοος όχι Έλληνας ιθαγενής). Πάντως για την αποφυγή σύγχυσης ή παρερμηνειών, προτείνουμε την από πλευράς σας καθιέρωση της ενιαίας χρήσης του όρου ιθαγένεια σε κάθε διαδικασία σας.Β. Η «εθνικότητα» είναι ουσιαστικά ιδιότητα και αποτελεί μη νομικό δεσμό ενός ατόμου με ένα έθνος. Για το λόγο αυτό, όσοι ανήκουν στο ίδιο έθνος ονομάζονται ομογενείς (ή ομοεθνείς), ενώ οι υπόλοιποι αλλογενείς (ή αλλοεθνείς). Είναι δυνατόν ένας αλλογενής να είναι Έλληνας πολίτης (δηλ. ημεδαπός), εφόσον, έχει αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, ενώ μπορεί να συμβαίνει και το αντίστροφο (ένας Έλληνας ομογενής να είναι αλλοδαπός διότι δεν έχει την ελληνική ιθαγένεια). Επιπλέον, σας επισημαίνουμε ότι μία εκ των αρχών που διέπει το δίκαιο της ελληνικής ιθαγένειας και η οποία απορρέει από το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο είναι η αρχή της διπλής ή πολλαπλής ιθαγένειας, σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο δύναται να έχει περισσότερες από μία ιθαγένειες. «Η ιθαγένεια και η υπηκόοτητα είναι το ίδιο πράγμα. Και οι δύο δηλούν τη σχέση του ανθρώπου με το κράτος στο λαό του οποίου αυτός ανήκει, είναι δηλαδή πολίτης. Στα ελληνικά λοιπόν, ιδιότητα του Έλληνα πολίτη, ιθαγένεια και υπηκόοτητα είναι συνώνυμα» π.χ. χωρίς (Ελληνική) υπηκοότητα (ιθαγένεια) -δεν είναι Έλληνας/Ελληνίδα υπήκοος, είναι Έλληνας/Ελληνίδα υπήκοος λόγω γέννησης από Έλληνα γονέα, (δίκαιο του αίματος)· είναι Έλληνας/Ελληνίδα υπήκοος πολίτης-υπήκοος επειδή γενήθηκε στην χώρα (δίκαιο του εδάφους)]

 

υπηρεσία παροχής φροντίδας υγείας [health care organization]: refers to any facility that provides health care and medical services such as hospitals, health centres and other institutions or private medical clinic and can be non-for profit or for-profit, private or under the Ministry of Health or Private

 

υπηρεσίες υγείας [health services]: the furnishing of medicine, medical or surgical treatment, nursing, hospital service, dental service, optometrical service, complementary health services or any or all of the enumerated services or any other necessary services of like character, whether or not contingent upon sickness or personal injury, as well as the furnishing to any person of any and all other services and goods for the purpose of preventing, alleviating, curing or healing human illness, physical disability or injury; are distinguished in primary, secondary and tertiary health care services

 

υπηρεσίες που σχετίζονται με την εφαρμογή του νόμου [law enforcement services]: οποιοσδήποτε φορέας ή τμήμα αυτού που έχει διοριστεί από την κυβέρνηση υπεύθυνος για τη διασφάλιση της εφαρμογής των νόμων και την σύλληψη/εντοπισμό των παραβατών/-τριών

 

υπηρεσία ψυχικής υγείας [mental health service]: οποιαδήποτε υπηρεσία είτε ανήκει στην κοινότητα είτε στο εθνικό σύστημα υγείας και η οποία προσφέρει αξιολόγηση (στο παιδί) από (παιδο-)ψυχιάτρους, κλινικούς (παιδο-)ψυχολόγους, πιστοποιημένους συμβούλους και άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας με τη χρήση διαφόρων μεθόδων και εργαλείων στο πλαίσιο της παρατήρησης/κατανόησης και της υποστήριξης στην πρόληψη και στην θεραπεία των ψυχικών διαταραχών

υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας [primary health care services]: υπηρεσίες υγείας που παρέχονται από ιατρικό προσωπικό (όπως παθολόγο ή παιδίατρο), με το οποίο ο/η ασθενής έχει μια πρώτη επαφή και από τον/την οποίο/-α μπορεί να παραπεμφθεί σε άλλο/-η ειδικό/-η για περαιτέρω θεραπεία που άπτεται των εξής: φαρμακευτική αγωγή, παιδιατρική, μαιευτική,ή γυναικολογία από ιατρούς και, κατά περίπτωση, νοσηλευτές/-τριες και μαίες˙ μπορεί να περιλαμβάνουν, επίσης, διαγνωστικές εργαστηριακές και ακτινολογικές εξετάσεις και προληπτικές υπηρεσίες υγείας, μεταξύ των οποίων: προγεννητικός και περιγεννητικός έλεγχος, κατάλληλος προληπτικό, ανιχνευτικός έλεγχο του καρκίνου, παιδιατρικές υπηρεσίες, εμβολιασμούς για ασθένειες που προλαμβάνονται με χορήγηση εμβολίων, ανιχνευτικές εξετάσεις για αυξημένα επίπεδα μολύβδου στο αίμα, μεταδοτικές ασθένειες και χοληστερόλη˙ παιδιατρικός έλεγχος όρασης, ακοής και στοματικής υγείας προκειμένου να διερευνηθεί η αναγκαιότητα για θεραπεία˙ εθελοντικές υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού˙ και προληπτικές οδοντιατρικές υπηρεσίες˙ επίσης, ιατρικές υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης˙ και φαρμακευτικές υπηρεσίες κατάλληλες για τις συγκεκριμένες δομές

 

υποχρεωτική εκπαίδευση [complulsory school]: Η εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι υποχρεωτική για όλα τα παιδιά μεταξύ των ηλικιών 6-15, δηλαδή περιλαμβάνει την Πρωτοβάθμια (Δημοτικό) και την κατώτερη Δευτεροβάθμια (Γυμνάσιο). Η παρακολούθηση στα Νηπιαγωγεία είναι υποχρεωτική από την ηλικία των 5 ετών, παρότι τα παιδιά γίνονται δεκτά και από την ηλικία των 4 ετών. H σχολική ζωή, ωστόσο, μπορεί να ξεκινά από την ηλικία των 2,5 ετών (προσχολική εκπαίδευση) σε ιδρύματα (ιδιωτικά και δημόσια) όπως οι βρεφονηπιακοί παιδικοί σταθμοί. Ορισμένοι βρεφονηπιακοί παιδικοί σταθμοί διαθέτουν και Νηπιακά Τμήματα που λειτουργούν παράλληλα προς τα Νηπιαγωγεία

 

υποχρεωτικός εμβολιασμός [mandatory vaccination]: εμβολιασμός που κάθε παιδί πρέπει να λαμβάνει σύμφωνα με το νόμο χωρίς την επιλογή του γονέα να τον δεχτεί ή να τον αρνηθεί, οποιονδήποτε νομικό ή οικονομικό λόγο επικαλείται για την άρνησή του

 

 

Φ

 

φιλοξενία του παιδιού σε στέγη μητέρας/παιδιού [hospitalization of child in mother/child shelter]: arrangements for emergency mother/child shelter for child (alleged) victim and his/her mother when intimate partner violence is disclosed

 

φορείς σχετιζόμενοι με την ΚαΠα-Π [agencies related to CAN]: κάθε φορέας που ενεργοποιείται σε έναν από τους παραπάνω τομείς παρέχοντας Υπηρεσίες Παιδικής Προστασίας/Κοινωνικής Πρόνοιας˙ Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας˙ Υπηρεσίες Υγείας (πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας φροντίδας)˙ Δικαστικές Υπηρεσίες˙ Υπηρεσίες που σχετίζονται με την επιβολή του Νόμου (όπως η αστυνομία)˙ Εκπαιδευτικές Υπηρεσίες (νηπιακής, πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δημόσιες και ιδιωτικές)· υπάρχοντα συστήματα Καταγραφής/Επιτήρησης που περιλαμβάνουν τις περιπτώσεις ΚαΠα-Π·Ερευντικοί Οργανισμοί/Ιδρύματα· Ανεξάρτητες Αρχές (π.χ. ο Συνήγορος του Παιδιού)· και πιστοποιημένες ΜΚΟ / κοινοτικοί οργανισμοί που παρέχουν μία ή περισσότερες από τις ανωτέρω υπηρεσίες

 

φορέας [agency]: κάθε οργανισμός ή υπηρεσία του δημοσίου, του ευρύτερου δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα που δραστηριοποιείται σε έναν σχετικό τομέα αναφορικά με τη διαχείριση περιπτώσεων κακομεταχείρισης παιδιών

 

φροντιστής/-στρια [caregiver]: το άτομο το οποίο φροντίζει κάποιο άλλο

 

φροντιστής/-στρια ή πρόσωπο φροντίδας του παιδιού [child’s caregiver]: το ενήλικο άτομο το οποίο ζει μαζί με το παιδί, τουλάχιστον για κάποιο χρόνο, και παρέχει φροντίδα προς στο παιδί

 

φύλο παιδιού [child’s sex]: το φύλο του παιδιού

 

 

Χ

 

χρήση ναρκωτικών ουσιών από το παιδί [drug use by the child]: το παιδί (φερόμενο ως) θύμα έχει κάνει χρήση ουσίας με τρόπο παράνομο˙ το παιδί έχει αναπτύξει ένα δυσλειτουργικό μοτίβο χρήσης κάποιας ουσίας (με ή χωρίς εξάρτηση και/ή εθισμό), που οδηγεί σε σημαντική κλινική βλάβη ή δυσφορία

 

χρήστης/-στρια [operator]: το άτομο που εκτελεί τις τακτικές λειτουργίες ενός συστήματος ή μιας συσκευής˙ στο πλαίσιο του CAN-MDS πρόκειται για τον/την επιλέξιμο/-η εκπαιδευμένο/-η επαγγελματία που εργάζεται σε έναν/μία επιλέξιμο/-ή φορέα/υπηρεσία σε έναν σχετικό τομέα [που παρέχει υπηρεσίες (και) σε παιδιά] ως εκπρόσωπος του οποίου συμμετέχει στο σύστημα προκειμένου να καταγράψει και/ή να συλλέξει πληροφορίες που αφορούν περιστατικά κακομεταχείρισης παιδιού από το σύστημα (ανάλογα με το επίπεδο πρόσβασης και τις αρμοδιότητές του κατά περίπτωση)

 

χρήση αλκοόλ από το παιδί [alcohol use by the child]: στο παιδί (φερόμενο ως) θύμα επιτρέπεται η χωρίς επίβλεψη ή χωρίς περιορισμό πρόσβαση σε αλκοόλ παρέχοντας τη δυνατότητα να κάνει τακτική κατάχρηση˙ για το παιδί σχοδόν κάθε ποσότητα αλκοόλ μπορεί νομικά να θεωρηθεί ως «κατάχρηση αλκοόλ»˙> αλκοόλ: αιθυλική αλκοόλη ή αιθανόλη, ψυχοδιεγερτικός παράγοντας που βρίσκεται σε ποτά όπως η μπίρα, το κρασί και τα αποστάγματα

 

χρόνια αμέλεια του παιδιού [chronic inattention to the child]: αποτυχία από την πλευρά του προσώπου ή των προσώπων φροντίδας να καλύψουν τις βασικές συναισθηματικές ή/και σωματικές ανάγκες του παιδιού, συμπεριλαμβανομένων της ασφάλειας, της φροντίδας και της παροχής επαρκών συναισθηματικών, γνωστικών και σωματικών ερεθισμάτων

 

χρόνια αδιαφορία των συναισθηματικών αναγκών του παιδιού [persistent ignoring of the child’s emotional needs]: ο/η/οι φροντιστής(-ες)/-στρια(-ες) δεν καταφέρνει/-ουν να είναι σωματικά ή ψυχικά διαθέσιμος(-οι)/-η(-ες) για το παιδί (π.χ. εξαιτίας αντικρουόμενων προτεραιοτήτων που θέτει ή εξαιτίας του άγχους) αποτυγχάνοντας τελικά να ανταποκριθεί στη δυσφορία και στις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού για ανακούφιση και φροντίδα.

 

 

Ψ

 

ψυχιατρική εξέταση [mental health exam(s)]: διεξαγωγή διαγνωστικής συνέντευξης με το παιδί (φερόμενο ως) θύμα από διεπιστημονική ομάδα επαγγελματιών ή και μη˙ διεξαγωγή ψυχοδιαγνωστικών δοκιμασιών του παιδιού (φερόμενου ως) θύματος όταν η αποκάλυψη δεν είναι σαφής ή όταν ανακύπτουν σύνθετα αναπτυξιακά ή ψυχολογικά προβλήματα

 

ψυχολογικά βίαιες πράξεις [psychological violence acts]: πρόκειται για την επαναλαμβανόμενη και σκόπιμη πρόκληση ψυχικής βλάβης στο παιδί, με εμφανείς ή/και με διάρκεια αρνητικές συνέπειες στη σωματική, ψυχική ή συναισθηματική του ανάπτυξη˙ περιλαμβάνουν βίαιες πράξεις με ή χωρίς εμφανείς συνέπειες, βίαιες πράξεις που σχετίζονται με την εκμετάλλευση του παιδιού, και βίαιες πράξεις που σχετίζονται με την έκθεση του παιδιού

 

ψυχολογική-συναισθηματική κακοποίηση: Η ψυχολογική-συναισθηματική κακοποίηση περιλαμβάνει τόσο μεμονωμένα περιστατικά όσο και ένα πρότυπο διαρκούς αποτυχίας του γονέα ή φροντιστή να παράσχει στο παιδί ένα περιβάλλον αναπτυξιακά κατάλληλο και υποστηρικτικό, εφαρμόζοντας πρακτικές που έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συναισθηματική υγεία και ανάπτυξη του παιδιού. Τέτοιες πρακτικές είναι ο περιορισμός των κινήσεων του παιδιού, η ταπείνωσή του, η χρήση κατηγοριών, απειλών και εκφοβισμού, η διάκριση εις βάρος του, η γελοιοποίησή του και άλλες μη σωματικές μορφές απόρριψης ή εχθρικής αντιμετώπισης. Στο: WHO & ISPCAN (2006), Preventing child maltreatment: A guide to taking action and generating Evidence (σελ. 10). Geneva: WHO.

mbar

Corporate Site - This is a contributing Drupal Theme
Design by WeebPal.